«Πάντα ο Δεύτερος: Η Ιστορία Μου στη Σκιά του Αδελφού Μου»
«Γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν τον Νίκο;»
Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, παγωμένη και κοφτερή σαν μαχαίρι. Ήμουν δεκατριών χρονών, καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας, με τα βιβλία ανοιχτά μπροστά μου. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος αδελφός μου, μόλις είχε πάρει άριστα στα μαθηματικά. Εγώ, πάλι, είχα φέρει ένα 13. Η μητέρα μου δεν σήκωσε καν το βλέμμα της από το τηγάνι. «Ο Νίκος ποτέ δεν μας ντρόπιασε έτσι.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Ήθελα να φωνάξω, να της πω πως προσπαθώ, πως δεν είμαι ο Νίκος και δεν θέλω να είμαι. Αλλά τα λόγια κόλλησαν στον λαιμό μου. Ο πατέρας μου διάβαζε εφημερίδα, αδιάφορος. Ο Νίκος χαμογελούσε με εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο που πάντα με έκανε να θέλω να εξαφανιστώ.
Από τότε, η ζωή μου ήταν μια ατελείωτη προσπάθεια να αποδείξω ότι αξίζω. Στο σχολείο, στο γήπεδο, ακόμα και στις παρέες. Πάντα ο δεύτερος, πάντα αυτός που συγκρίνεται. Όταν πήρα το πρώτο μου βραβείο σε διαγωνισμό ζωγραφικής, η μητέρα μου είπε: «Ωραία, αλλά ο Νίκος πήρε βραβείο στα μαθηματικά. Αυτό έχει μέλλον.»
Στο λύκειο, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο Νίκος πέρασε στην Ιατρική Αθηνών με την πρώτη. Εγώ πάλευα με τα φιλολογικά – ήθελα να γίνω συγγραφέας, αλλά ποιος Έλληνας γονιός χαίρεται όταν το παιδί του δηλώνει τέτοια όνειρα; «Θα πεθάνεις της πείνας,» έλεγε ο πατέρας μου. «Κοίτα τον αδελφό σου, θα γίνει γιατρός!»
Κάθε οικογενειακό τραπέζι ήταν μια μικρή κόλαση. Οι συγγενείς ρωτούσαν για τον Νίκο, για τις επιτυχίες του, για τα κορίτσια που τον κυνηγούσαν. Εμένα με ρωτούσαν αν βρήκα δουλειά ή αν έχω ακόμα «τα χόμπι» μου. Η γιαγιά μου κάποτε με ρώτησε: «Εσύ τι θα κάνεις στη ζωή σου;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Όταν γνώρισα τη Μαρία στο πανεπιστήμιο, ήταν η πρώτη που με είδε πραγματικά. Μου άρεσε που γελούσε με τα αστεία μου και που διάβαζε τα κείμενά μου με προσοχή. Μια μέρα της είπα: «Ξέρεις, νιώθω πως είμαι αόρατος στην οικογένειά μου.» Με κοίταξε στα μάτια και είπε: «Εγώ σε βλέπω.» Εκείνη τη στιγμή πίστεψα πως ίσως μπορώ να αγαπηθώ γι’ αυτό που είμαι.
Όμως η σκιά του Νίκου δεν έφυγε ποτέ. Όταν πήγα τη Μαρία στο σπίτι για πρώτη φορά, η μητέρα μου τη ρώτησε: «Εσύ τι σπουδάζεις;» Όταν απάντησε «Φιλολογία», η μητέρα μου χαμογέλασε ψεύτικα και είπε: «Α, κι εσείς οι δύο θα γράφετε ποιήματα μαζί;» Η Μαρία έσφιξε το χέρι μου κάτω από το τραπέζι.
Μετά από εκείνο το βράδυ, άρχισαν οι καβγάδες με τη Μαρία. «Γιατί αφήνεις τη μητέρα σου να σε μειώνει;» με ρωτούσε. Δεν ήξερα τι να απαντήσω – πώς να εξηγήσω ότι μεγάλωσα πιστεύοντας πως δεν αξίζω τίποτα αν δεν γίνω σαν τον Νίκο;
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Νίκος άνοιξε ιατρείο στη Γλυφάδα, παντρεύτηκε μια δικηγόρο και έκανε δύο παιδιά. Εγώ έγραφα άρθρα για εφημερίδες και περιοδικά, έβγαζα λίγα χρήματα και ζούσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Οι γονείς μου έρχονταν σπάνια – μόνο όταν ήθελαν να ζητήσουν κάτι ή να παραπονεθούν για τη ζωή τους.
Μια μέρα, ο πατέρας μου αρρώστησε σοβαρά. Ο Νίκος ανέλαβε τα πάντα – γιατρούς, νοσοκομεία, φάρμακα. Εγώ απλώς ήμουν εκεί για να κρατάω συντροφιά στη μητέρα μου στο σαλόνι του νοσοκομείου. Εκείνη τη νύχτα, καθώς καθόμασταν δίπλα-δίπλα στα σκληρά καθίσματα, γύρισε και μου είπε:
«Ξέρεις… πάντα πίστευα ότι θα κάνεις κάτι μεγάλο. Αλλά ποτέ δεν προσπάθησες αρκετά.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ήθελα να της φωνάξω πως προσπάθησα όσο μπορούσα – πως κάθε μέρα πάλευα με τον εαυτό μου για να αποδείξω ότι αξίζω την αγάπη της. Αλλά δεν είπα τίποτα.
Όταν ο πατέρας μου πέθανε, ο Νίκος έγινε ο πυλώνας της οικογένειας. Εγώ ένιωθα περιττός – ακόμα και στο μνημόσυνο, όλοι μιλούσαν για τον Νίκο και το πόσο δυνατός ήταν. Η μητέρα μου με αγκάλιασε τυπικά και ψιθύρισε: «Να προσέχεις τον αδελφό σου.»
Μετά από αυτό απομακρύνθηκα ακόμα περισσότερο. Η Μαρία είχε φύγει εδώ και καιρό – δεν άντεξε άλλο την ανασφάλειά μου και την ανάγκη μου για επιβεβαίωση. Έμεινα μόνος με τα βιβλία και τα κείμενά μου.
Μια νύχτα, καθώς έγραφα ένα διήγημα για έναν άντρα που ζει στη σκιά του αδελφού του, συνειδητοποίησα ότι έγραφα για μένα. Έκλαψα – όχι για όσα έχασα, αλλά για όσα δεν τόλμησα ποτέ να διεκδικήσω.
Πέρασαν χρόνια μέχρι να βρω το θάρρος να πάρω τηλέφωνο τη μητέρα μου και να της πω: «Μαμά, θέλω να ξέρεις ότι προσπάθησα πολύ στη ζωή μου. Ίσως όχι όπως ήθελες εσύ… αλλά όπως μπορούσα εγώ.» Στην άλλη άκρη της γραμμής σιωπή.
Σήμερα ζω ακόμα στα Πατήσια, γράφω ιστορίες που διαβάζουν λίγοι αλλά αγαπούν πολύ. Ο Νίκος είναι πάντα ο επιτυχημένος της οικογένειας – κι εγώ πάντα ο δεύτερος.
Αλλά τώρα αναρωτιέμαι: Μπορεί κανείς πραγματικά να αγαπήσει τον εαυτό του αν δεν ένιωσε ποτέ άνευ όρων αγάπη; Ή μήπως τελικά η αγάπη αυτή πρέπει πρώτα να ξεκινήσει από μέσα μας;
Εσείς τι πιστεύετε; Έχετε νιώσει ποτέ αόρατοι μέσα στην ίδια σας την οικογένεια;