Δύο Χρόνια Μετά: Παντρεύτηκα Διαζευγμένο και Τώρα η Κόρη Του Έρχεται να Μείνει Μαζί Μας – Θα Αντέξει η Σχέση Μας;
«Δεν αντέχω άλλο, Νίκο! Δεν είναι δικό μου παιδί, δεν ξέρω πώς να της φερθώ!» φώναξα, με τη φωνή μου να σπάει από την ένταση. Ο Νίκος με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω ενοχές. «Είναι κόρη μου, Ελένη. Δεν μπορώ να της πω όχι. Πού να πάει το παιδί;»
Αυτή ήταν η αρχή του τέλους της ηρεμίας μας. Δύο χρόνια πριν, όταν παντρεύτηκα τον Νίκο, ήξερα πως είχε ένα παρελθόν – μια πρώην γυναίκα που ακόμα του τηλεφωνούσε για τα πάντα και μια κόρη, τη Μαρία, που έβλεπε κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο. Πίστευα πως θα μπορούσα να το διαχειριστώ. Πίστευα πως η αγάπη μας θα ήταν αρκετή.
Όμως τώρα, η Μαρία είχε περάσει στη Νομική Αθηνών και θα έμενε μαζί μας στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια. Η πρώην του, η Κατερίνα, δεν είχε χώρο στο σπίτι της στη Λάρισα και ο Νίκος δεν ήθελε να αφήσει το παιδί του μόνο του σε φοιτητική εστία. «Θα είναι σαν οικογένεια», μου είπε. Μα εγώ δεν ένιωθα οικογένεια.
Τις πρώτες μέρες, προσπάθησα. Έφτιαξα το δωμάτιο της Μαρίας όσο πιο ζεστό μπορούσα. Αγόρασα καινούρια σεντόνια, της άφησα χώρο στη ντουλάπα. Όμως εκείνη ήταν ψυχρή μαζί μου. Μιλούσε μόνο στον πατέρα της και όταν ήμουν παρούσα, έβρισκε αφορμές να φύγει από το δωμάτιο.
Ένα βράδυ, καθώς έπλενα τα πιάτα, άκουσα τη Μαρία να λέει στον Νίκο: «Δεν θέλω να μείνω εδώ. Δεν αντέχω αυτή τη γυναίκα». Πάγωσα. Ο Νίκος προσπάθησε να την καθησυχάσει: «Η Ελένη προσπαθεί για σένα. Δώσ’ της μια ευκαιρία». Εκείνη όμως απάντησε: «Δεν είναι η μαμά μου. Δεν θα γίνει ποτέ». Τα λόγια της με τρύπησαν σαν μαχαίρι.
Οι μέρες περνούσαν με μικρές εκρήξεις. Η Μαρία άφηνε τα ρούχα της παντού, δεν βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού και όταν της το είπα ευγενικά, μου απάντησε ειρωνικά: «Δεν είμαι υπηρέτριά σου». Ο Νίκος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά πάντα έπαιρνε το μέρος της κόρης του.
Ένα βράδυ Κυριακής, ενώ τρώγαμε όλοι μαζί, η Μαρία πέταξε το πιρούνι της στο τραπέζι: «Γιατί πρέπει να τρώμε όλοι μαζί; Δεν είμαστε οικογένεια!» Ο Νίκος θύμωσε: «Μαρία, φτάνει! Η Ελένη είναι η γυναίκα μου και θα τη σέβεσαι!» Εκείνη σηκώθηκε και έφυγε κλαίγοντας στο δωμάτιό της.
Τότε ο Νίκος γύρισε σε μένα: «Δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση. Σε παρακαλώ, κάνε κάτι!» Ένιωσα ότι όλο το βάρος έπεφτε πάνω μου. Εγώ έπρεπε να βρω λύση για μια σχέση που δεν είχα επιλέξει.
Τηλεφώνησα στη δική μου μητέρα. «Μάνα, δεν αντέχω άλλο», της είπα με λυγμούς. Εκείνη με συμβούλεψε: «Κάνε υπομονή, παιδί μου. Τα παιδιά θέλουν χρόνο». Μα εγώ ήμουν κουρασμένη. Η δουλειά μου στο φαρμακείο ήταν απαιτητική και το σπίτι είχε γίνει πεδίο μάχης.
Μια μέρα, βρήκα τη Μαρία να κλαίει στο μπαλκόνι. Πλησίασα διστακτικά. «Θες να μιλήσουμε;» τη ρώτησα απαλά. Με κοίταξε με μάτια γεμάτα θυμό και πόνο: «Γιατί παντρεύτηκες τον μπαμπά μου; Γιατί δεν μπορούσατε να μείνετε μόνοι σας;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω. «Τον αγαπάω», ψιθύρισα. «Κι εγώ τον αγαπάω», είπε εκείνη και γύρισε το κεφάλι της αλλού.
Το ίδιο βράδυ, ο Νίκος κι εγώ μαλώσαμε άσχημα. «Δεν μπορώ να διαλέξω ανάμεσα σε εσένα και στη Μαρία!» φώναξε. «Δεν σου ζητάω να διαλέξεις», του απάντησα κλαίγοντας. «Ζητάω μόνο λίγη κατανόηση!»
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες και οι εντάσεις δεν σταμάτησαν. Η Κατερίνα τηλεφωνούσε συχνά για να μάθει αν η Μαρία είναι καλά – πάντα μιλούσαν στα κρυφά με τον Νίκο και εγώ ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Μια μέρα, καθώς έφευγα για τη δουλειά, άκουσα τη Μαρία να λέει στον πατέρα της: «Θέλω να φύγω. Θα βρω ένα δωμάτιο με συμφοιτήτριες». Ο Νίκος την παρακάλεσε: «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό! Θα προσπαθήσουμε όλοι μαζί». Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη.
Το ίδιο βράδυ καθίσαμε οι τρεις μας στο τραπέζι – για πρώτη φορά χωρίς φωνές. Η Μαρία μίλησε πρώτη: «Ξέρω ότι δεν σου κάνω εύκολη τη ζωή», μου είπε κοιτώντας με στα μάτια. «Αλλά νιώθω ότι χάνω τον πατέρα μου». Της απάντησα: «Κι εγώ νιώθω ότι χάνω τον άντρα που αγάπησα». Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή.
Ο Νίκος μας κοίταξε και τις δύο: «Σας αγαπάω και τις δύο. Δεν θέλω να χάσω καμία σας». Εκείνο το βράδυ κλάψαμε όλοι μαζί – για πρώτη φορά ένιωσα πως ίσως υπάρχει ελπίδα.
Η Μαρία τελικά έμεινε μαζί μας μέχρι το τέλος του εξαμήνου και μετά βρήκε ένα μικρό διαμέρισμα με δύο συμφοιτήτριες στα Εξάρχεια. Οι σχέσεις μας παρέμειναν δύσκολες αλλά έγιναν πιο ειλικρινείς.
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, αναρωτιέμαι: Μπορεί ποτέ μια νέα οικογένεια να χτιστεί πάνω σε παλιά τραύματα; Ή μήπως η αγάπη χρειάζεται περισσότερο χρόνο απ’ όσο νομίζουμε για να ανθίσει πραγματικά;
Εσείς τι λέτε; Έχετε ζήσει κάτι παρόμοιο; Πώς καταφέρνει κανείς να ισορροπήσει ανάμεσα στην αγάπη για τον σύντροφο και στις ανάγκες των παιδιών του;