Στη Σκιά του Παρελθόντος: Η Τέταρτη Εγκυμοσύνη της Ελένης
«Πάλι; Ελένη, δεν το πιστεύω! Πώς θα τα βγάλουμε πέρα;»
Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασαν παρά μόνο λίγα λεπτά από τη στιγμή που του είπα τα νέα. Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, κρατώντας το τεστ εγκυμοσύνης στα χέρια μου. Τα μάτια μου θολώνουν από τα δάκρυα, αλλά δεν μπορώ να κλάψω. Δεν έχω το δικαίωμα να λυγίσω τώρα. Η μικρή Μαρία, μόλις οκτώ μηνών, κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο. Ο Γιώργος και η Άννα παίζουν με τα παιχνίδια τους στο σαλόνι. Κι εγώ… εγώ νιώθω να πνίγομαι.
«Δεν το ήθελα έτσι, Νίκο… Δεν το σχεδιάσαμε. Αλλά…»
«Αλλά τι; Πώς θα ταΐσουμε άλλο ένα στόμα; Με τι λεφτά; Με τι κουράγιο;»
Ο Νίκος σηκώνει τα χέρια ψηλά, τα μάτια του γεμάτα απόγνωση. Ξέρω πως δεν είναι κακός άνθρωπος. Ξέρω πως αγαπάει τα παιδιά μας όσο τίποτα στον κόσμο. Αλλά η ζωή στην Ελλάδα δεν είναι εύκολη. Οι δουλειές σπανίζουν, οι λογαριασμοί τρέχουν, το ενοίκιο ανεβαίνει κάθε χρόνο. Κι εγώ… εγώ νιώθω ένοχη που του φορτώνω κι άλλο βάρος.
Το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν, ακούω τον Νίκο να μιλάει στο τηλέφωνο με τον πατέρα του.
«Μπαμπά, δεν ξέρω τι να κάνω. Η Ελένη… πάλι έγκυος. Δεν αντέχω άλλο. Δεν έχουμε βοήθεια από πουθενά.»
Σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει πάντα: «Τα παιδιά είναι ευλογία». Αλλά όταν ζεις με το άγχος αν θα έχεις να τους δώσεις γάλα αύριο, η ευλογία γίνεται βάρος.
Την επόμενη μέρα, η πεθερά μου έρχεται απρόσκλητη.
«Ελένη, κορίτσι μου, πρέπει να σκεφτείτε σοβαρά τι θα κάνετε. Ο Νίκος είναι στα όριά του. Εσύ πώς νιώθεις;»
Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θέλω να ουρλιάξω πως φοβάμαι. Πως νιώθω μόνη. Πως κάθε βράδυ προσεύχομαι να μην αρρωστήσει κανένα παιδί γιατί δεν έχουμε λεφτά για γιατρούς. Πως ντρέπομαι που σκέφτομαι ακόμα και την έκτρωση, ενώ ξέρω πως δεν θα το άντεχα ποτέ.
«Θα τα καταφέρουμε», ψιθυρίζω τελικά. «Όπως πάντα.»
Η πεθερά μου με κοιτάζει με λύπηση και φεύγει χωρίς άλλη κουβέντα.
Οι μέρες περνούν αργά. Ο Νίκος δουλεύει διπλοβάρδιες σε μια αποθήκη στο Μενίδι. Εγώ προσπαθώ να κρατήσω το σπίτι καθαρό, να μαγειρέψω κάτι φτηνό αλλά θρεπτικό, να διαβάσω την Άννα για το σχολείο, να αλλάξω πάνες στη Μαρία, να παίξω λίγο με τον Γιώργο που ζηλεύει τη μικρή και θυμώνει εύκολα.
Κάποιες φορές, όταν όλοι κοιμούνται, βγαίνω στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Θυμάμαι τα όνειρά μου: ήθελα να σπουδάσω νηπιαγωγός, να έχω μια δουλειά δική μου, να ταξιδέψω στη Θεσσαλονίκη με τις φίλες μου. Τώρα οι φίλες μου έχουν χαθεί – άλλες έφυγαν στο εξωτερικό, άλλες παντρεύτηκαν και χάθηκαν μέσα στα δικά τους προβλήματα.
Ένα βράδυ ο Νίκος γυρίζει αργά και μυρίζει τσιγάρο και ρακί.
«Δεν αντέχω άλλο», λέει χαμηλόφωνα. «Νιώθω πως πνίγομαι.»
«Κι εγώ», του απαντώ σχεδόν ψιθυριστά.
Με κοιτάζει για πρώτη φορά μετά από μέρες στα μάτια.
«Τι θα κάνουμε;»
Δεν ξέρω. Κανείς δεν ξέρει.
Την επόμενη μέρα χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η αδερφή μου, η Κατερίνα.
«Έλα σπίτι μου αύριο», λέει αποφασιστικά. «Θα κρατήσω εγώ τα παιδιά για λίγο. Πρέπει να ξεκουραστείς.»
Πηγαίνω με βαριά καρδιά. Όταν φτάνω, η Κατερίνα με αγκαλιάζει σφιχτά.
«Ελένη, δεν είσαι μόνη σου», μου λέει και δακρύζει κι εκείνη.
Καθόμαστε στην κουζίνα της και μιλάμε για ώρες. Της λέω για τους φόβους μου, για τον Νίκο που απομακρύνεται, για τη ντροπή που νιώθω όταν σκέφτομαι πως ίσως δεν μπορώ να αγαπήσω άλλο ένα παιδί όπως πρέπει.
«Είσαι καλή μάνα», μου λέει η Κατερίνα. «Απλώς έχεις κουραστεί πολύ.»
Γυρίζοντας σπίτι νιώθω λίγο πιο ανάλαφρη. Εκείνο το βράδυ ο Νίκος κάθεται δίπλα μου στον καναπέ.
«Συγγνώμη», ψιθυρίζει. «Δεν ήθελα να σε πληγώσω.»
Τον πιάνω από το χέρι.
«Κι εγώ συγγνώμη που σε φόρτωσα με τόσα.»
Για πρώτη φορά μετά από καιρό μιλάμε αληθινά. Λέμε ο ένας στον άλλον τους φόβους μας: πως φοβόμαστε μην χάσουμε ο ένας τον άλλον μέσα στη ρουτίνα και την κούραση, πως φοβόμαστε για το μέλλον των παιδιών μας σε μια χώρα που όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα.
Τις επόμενες εβδομάδες προσπαθούμε να βρούμε λύσεις μαζί: ο Νίκος ζητάει λίγες ώρες παραπάνω στη δουλειά, εγώ αρχίζω να ράβω ρούχα για τις γειτόνισσες έναντι μικρής αμοιβής. Η Κατερίνα έρχεται συχνά και βοηθάει με τα παιδιά.
Δεν είναι εύκολο – κάθε μέρα είναι μια μάχη με την κούραση και την αβεβαιότητα. Αλλά κάποιες στιγμές νιώθω ξανά ελπίδα: όταν η Μαρία γελάει δυνατά ή όταν ο Γιώργος με αγκαλιάζει ξαφνικά χωρίς λόγο.
Μια μέρα βρίσκω τον Νίκο να κοιτάζει τη φωτογραφία μας από τον γάμο μας.
«Θυμάσαι τότε;» με ρωτάει χαμογελώντας πικρά.
«Θυμάμαι», του λέω και κάθομαι δίπλα του.
«Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ήταν τόσο δύσκολο… αλλά ούτε ότι θα μπορούσα να αγαπήσω τόσο πολύ.»
Τον φιλάω απαλά στο μάγουλο.
«Θα τα καταφέρουμε», του λέω ξανά – αυτή τη φορά το πιστεύω λίγο περισσότερο.
Κοιτάζοντας τα παιδιά μας να παίζουν στο χαλί, αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά η δύναμη μιας οικογένειας φαίνεται στις πιο δύσκολες στιγμές; Μήπως η αγάπη είναι αρκετή για να ξεπεράσει κάθε φόβο;