«Όταν η πεθερά μου άφησε τα πάντα στον κουνιάδο μου: Η αδικία που με πνίγει»
«Δεν το πιστεύω, Μαρία! Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;»
Η φωνή του Γιάννη αντηχούσε ακόμα στο σαλόνι μας, γεμάτη θυμό και απογοήτευση. Εγώ καθόμουν απέναντί του, τα χέρια μου σφιγμένα, τα μάτια μου υγρά. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σαν να ήθελε να σπάσει το στήθος μου και να βγει έξω.
Όλα ξεκίνησαν χθες το βράδυ. Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, μας είχε καλέσει όλους στο σπίτι της στην Καλλιθέα. Ήταν εκεί ο άντρας μου, ο Γιάννης, ο αδερφός του ο Πέτρος με τη γυναίκα του τη Σοφία, τα παιδιά τους, ακόμα και η ξαδέρφη τους η Βάσω. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από την αρχή – κανείς δεν μιλούσε πολύ, όλοι ήξεραν πως κάτι σημαντικό θα ανακοινωθεί.
Η κυρία Ελένη στάθηκε μπροστά μας, με το γνωστό της αυστηρό ύφος. «Θέλω να ξέρετε όλοι τι θα γίνει όταν εγώ φύγω από τη ζωή», είπε. «Δεν θέλω παρεξηγήσεις και μαλώματα. Όλα θα γίνουν όπως πρέπει.»
Κοίταξα τον Γιάννη. Ήξερα πως είχε μεγαλώσει με τη σκέψη ότι το διαμέρισμα της μάνας του στην Καλλιθέα θα περνούσε σε εκείνον και τον Πέτρο εξίσου. Ήταν το σπίτι που μεγάλωσαν, που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια, που έθαψαν τον πατέρα τους πριν δέκα χρόνια.
Η Ελένη άρχισε να διαβάζει τη διαθήκη της. Το τριάρι στην Καλλιθέα – όλο στον Πέτρο. Το εξοχικό στη Νέα Μάκρη – στη Βάσω. Τα λίγα χρήματα που είχε στην τράπεζα – μισά στα εγγόνια του Πέτρου, μισά στη Σοφία.
Ο Γιάννης; Τίποτα. Ούτε ένα ευρώ, ούτε μια καρέκλα.
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Κοίταξα τον άντρα μου – είχε χλωμιάσει, τα μάτια του γυάλιζαν. Δεν είπε λέξη. Ο Πέτρος χαμογελούσε αμήχανα, η Σοφία απέφευγε το βλέμμα μας.
Όταν τελείωσε η ανακοίνωση, σηκώθηκα και βγήκα στο μπαλκόνι. Ο αέρας της Αθήνας ήταν βαρύς, γεμάτος καυσαέριο και απογοήτευση. Ο Γιάννης ήρθε δίπλα μου μετά από λίγο.
«Γιατί;» ψιθύρισε. «Τι κάναμε λάθος;»
Δεν ήξερα τι να του πω. Ήξερα μόνο πως αυτή η αδικία με έπνιγε. Όλα αυτά τα χρόνια που βοηθούσαμε την Ελένη – στα νοσοκομεία, στις δουλειές του σπιτιού, στα ψώνια – όλα πήγαν χαμένα; Ο Πέτρος έλειπε χρόνια στο εξωτερικό, ερχόταν μόνο για διακοπές και γιορτές.
Το ίδιο βράδυ, όταν γυρίσαμε σπίτι, ξεκίνησε ο καβγάς.
«Δεν θα αφήσω να περάσει έτσι αυτό! Θα της μιλήσω!» φώναξα.
Ο Γιάννης με κοίταξε κουρασμένος. «Και τι θα αλλάξει; Αυτή αποφάσισε. Πάντα προτιμούσε τον Πέτρο.»
«Δεν είναι δίκαιο! Εσύ ήσουν πάντα εδώ! Εσύ τη φρόντιζες!»
«Δεν έχει σημασία πια…» είπε και έπεσε βαρύς στον καναπέ.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα με ένα βάρος στο στήθος. Η πεθερά μου είχε καταφέρει να διχάσει την οικογένεια με μια ανακοίνωση. Ο Γιάννης δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Ούτε στη μάνα του, ούτε στον αδερφό του.
Το τηλέφωνο χτύπησε – ήταν η Σοφία.
«Μαρία… σε παρακαλώ, μην το πάρεις προσωπικά. Η μαμά πάντα έλεγε ότι ο Πέτρος έχει περισσότερη ανάγκη…»
«Περισσότερη ανάγκη; Αυτός έχει δουλειά στη Γερμανία! Εμείς παλεύουμε κάθε μήνα να πληρώσουμε το νοίκι!»
«Ξέρεις πώς είναι… Οι γονείς βλέπουν αλλιώς τα πράγματα.»
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να απαντήσω. Δεν άντεχα άλλο αυτή την υποκρισία.
Τις επόμενες μέρες το κλίμα στο σπίτι μας ήταν ψυχρό. Ο Γιάννης δεν έτρωγε, δεν μιλούσε πολύ. Έβλεπα στα μάτια του την απογοήτευση – όχι μόνο για τα λεφτά ή το σπίτι, αλλά για την απόρριψη από τη μάνα του.
Μια μέρα γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά και τον βρήκα να κάθεται στο σκοτάδι.
«Γιάννη;»
«Ξέρεις τι θυμήθηκα; Όταν ήμουν μικρός και είχα πέσει με το ποδήλατο, η μάνα μου δεν ήρθε καν να με μαζέψει από το δρόμο. Πάντα έλεγε ότι ο Πέτρος ήταν πιο ευαίσθητος… Πάντα εκείνος έπαιρνε τα καλύτερα.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Ήξερα πως αυτή η πληγή δεν θα έκλεινε εύκολα.
Οι μέρες περνούσαν και οι συγγενείς άρχισαν να κουτσομπολεύουν. Η θεία Κατίνα είπε στη γειτονιά ότι ο Γιάννης ήταν αχάριστος που δεν χάρηκε για τον αδερφό του. Ο ξάδερφος Μανώλης είπε πως «τα σπίτια φέρνουν μόνο μίση».
Μια Κυριακή αποφασίσαμε να πάμε στην εκκλησία στη γειτονιά μας στη Νέα Σμύρνη. Εκεί συνάντησα την Ελένη τυχαία στο προαύλιο.
«Μαρία… θέλω να σου μιλήσω», είπε διστακτικά.
Την κοίταξα στα μάτια – ήταν γεμάτα ενοχή αλλά και πείσμα.
«Γιατί το έκανες αυτό στον Γιάννη;» τη ρώτησα χωρίς περιστροφές.
«Ο Πέτρος… έχει δύο παιδιά, είναι μακριά… φοβήθηκα μην μείνει χωρίς τίποτα αν πάθω κάτι», απάντησε χαμηλόφωνα.
«Και ο Γιάννης; Εσύ δεν τον είδες ποτέ; Δεν είδες πόσο σε φρόντιζε;»
Η Ελένη κατέβασε το βλέμμα της. «Ίσως έκανα λάθος… Αλλά τώρα είναι αργά.»
Γύρισα σπίτι πιο θυμωμένη από ποτέ. Ο Γιάννης όμως είχε παραιτηθεί – δεν ήθελε πια ούτε να συζητήσει για το θέμα.
Οι μήνες πέρασαν κι εμείς συνεχίσαμε τη ζωή μας όπως μπορούσαμε. Το σπίτι μας μικρό, τα έξοδα πολλά, οι δουλειές δύσκολες στην Ελλάδα της κρίσης. Ο Πέτρος δεν ξαναμίλησε στον Γιάννη – ούτε για γιορτές ούτε για γενέθλια.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν αξίζει να προσπαθείς τόσο πολύ για ανθρώπους που δεν σε βλέπουν πραγματικά. Αν η οικογένεια είναι αίμα ή επιλογή.
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, νιώθω ακόμα πίκρα αλλά και μια περίεργη λύτρωση: τουλάχιστον ξέρω ποιοι είναι πραγματικά δίπλα μας στα δύσκολα.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε μια τέτοια αδικία ή θα κρατούσατε αποστάσεις;