Τέσσερα Χρόνια Γάμου και Υποστήριξης: Σήμερα Μίλησα Επιτέλους στον Άρη
«Πάλι άργησες, Άρη. Το φαγητό έχει κρυώσει», του λέω με φωνή που τρέμει από θυμό και απογοήτευση. Εκείνος αφήνει τα κλειδιά του πάνω στο τραπέζι, χωρίς να με κοιτάξει. «Δουλειά είχα, Μαρία. Μη μου αρχίζεις πάλι», απαντάει ξερά, λες και δεν είμαι η γυναίκα του, αλλά κάποια ενοχλητική παρουσία στο σπίτι.
Τέσσερα χρόνια τώρα, κάθε μέρα μοιάζει ίδια. Εγώ να τρέχω από το πρωί στη δουλειά στο φροντιστήριο, μετά στο σούπερ μάρκετ, να μαγειρεύω, να πληρώνω λογαριασμούς, να προσπαθώ να κρατήσω το σπίτι όρθιο. Ο Άρης, ο άντρας μου, οκτώ χρόνια μεγαλύτερός μου, δουλεύει σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Όμως τα λεφτά του δεν τα βλέπω ποτέ. «Έχω έξοδα», μου λέει κάθε φορά που τολμάω να ρωτήσω. «Πρέπει να δίνω διατροφή στη μικρή». Η μικρή είναι η κόρη του από τον πρώτο του γάμο, η Ελένη. Δεν έχω τίποτα με το παιδί – ίσα ίσα, πονάω που δεν τη βλέπει όσο θα έπρεπε. Αλλά εγώ; Εγώ πού είμαι σε όλο αυτό;
Όταν γνωριστήκαμε, ο Άρης είχε μόλις χωρίσει και είχε επιστρέψει στο πατρικό του στη Νίκαια. Ήταν πληγωμένος, ευάλωτος – κι εγώ ήθελα να τον βοηθήσω. Τον ερωτεύτηκα παράφορα. Οι φίλες μου με προειδοποιούσαν: «Πρόσεχε, Μαρία. Έχει πολλά βάρη στην πλάτη του». Δεν τις άκουσα. Πίστεψα πως μαζί θα τα καταφέρουμε.
Στην αρχή όλα έμοιαζαν εύκολα. Μετά τον γάμο όμως, άρχισαν τα προβλήματα. Ο Άρης δεν ήθελε να νοικιάσουμε δικό μας σπίτι – «να μένουμε κοντά στους δικούς μου», έλεγε. Έτσι βρεθήκαμε σε ένα δυάρι δίπλα στους γονείς του. Η πεθερά μου, η κυρία Κατερίνα, μπαινόβγαινε όλη μέρα στο σπίτι μας. «Μαρία, το παιδί μου κουράζεται στη δουλειά, μην τον πιέζεις», μου έλεγε κάθε φορά που διαμαρτυρόμουν για τα οικονομικά.
Τα βράδια ξαπλώνω δίπλα του και νιώθω μόνη. Κοιτάζω το ταβάνι και σκέφτομαι πώς κατέληξα έτσι. Η μάνα μου με παίρνει τηλέφωνο: «Παιδί μου, είσαι καλά;» Τι να της πω; Ότι ντρέπομαι που δεν μπορώ να κάνω ούτε ένα ταξίδι; Ότι νιώθω βάρος κι όχι σύντροφος;
Μια μέρα, καθώς ξεσκόνιζα το σαλόνι, βρήκα έναν φάκελο με αποδείξεις από το πρακτορείο ΟΠΑΠ. Ο Άρης παίζει στοίχημα – κι εγώ δεν το ήξερα. Τα λεφτά που λείπουν κάθε μήνα δεν πάνε μόνο στη διατροφή. Το αίμα μου πάγωσε. Τον περίμενα να γυρίσει.
«Άρη, θέλω να μιλήσουμε», του είπα μόλις μπήκε.
«Τι έγινε πάλι;»
«Βρήκα τις αποδείξεις. Παίζεις στοίχημα;»
Σιώπησε για λίγο και μετά σήκωσε τους ώμους.
«Και τι έγινε; Όλοι παίζουν».
«Όχι όταν δεν έχουμε να πληρώσουμε το ρεύμα!» φώναξα χωρίς να το καταλάβω.
Η φωνή μου αντήχησε στο μικρό μας σπίτι. Για πρώτη φορά ένιωσα ότι χάνω τον έλεγχο.
Τις επόμενες μέρες δεν μιλούσαμε σχεδόν καθόλου. Η ένταση είχε γίνει αβάσταχτη. Η πεθερά μου άρχισε να με κοιτάει με μισό μάτι – «μην ταράζεις το παιδί μου», ψιθύριζε στη γειτόνισσα.
Ένα βράδυ γύρισα εξαντλημένη από τη δουλειά και τον βρήκα στον καναπέ με μια μπύρα στο χέρι.
«Άρη, δεν αντέχω άλλο», του είπα ήρεμα αυτή τη φορά.
«Τι θες να κάνω δηλαδή; Να παρατήσω τη ζωή μου;»
«Όχι, αλλά θέλω να νιώθω ότι είμαστε μαζί σε αυτό. Ότι προσπαθείς κι εσύ όσο εγώ.»
Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι λέω.
Από εκείνο το βράδυ άρχισα να αλλάζω κι εγώ. Δεν ήμουν πια η Μαρία που σιωπούσε και δεχόταν τα πάντα. Άρχισα να μιλάω περισσότερο στη δουλειά για τα προβλήματά μου – η συνάδελφός μου η Ελένη με άκουγε υπομονετικά.
«Μαρία, πρέπει να βάλεις όρια», μου είπε μια μέρα.
«Κι αν φύγει;»
«Και τι έγινε αν φύγει; Εσύ θα μείνεις εδώ για πάντα δυστυχισμένη;»
Άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά τι θέλω από τη ζωή μου. Θυμήθηκα πόσο αγαπούσα τη ζωγραφική όταν ήμουν μικρή – πήρα ξανά μολύβια και χαρτιά και άρχισα να σχεδιάζω τα βράδια για να ξεφεύγω.
Ο Άρης το παρατήρησε.
«Τι είναι αυτά;»
«Ζωγραφίζω για μένα», του απάντησα χωρίς να ζητήσω την άδειά του.
Ένα βράδυ που είχε πιει λίγο παραπάνω, άρχισε να φωνάζει:
«Όλα σου φταίνε! Εγώ φταίω που δεν έχουμε λεφτά; Εγώ φταίω που χώρισα;»
Δεν απάντησα. Τον άφησα να ξεσπάσει και πήγα στο δωμάτιο.
Την επόμενη μέρα πήγα στη μάνα μου και της τα είπα όλα. Έκλαιγα στην αγκαλιά της σαν παιδί.
«Μαρία μου, η ζωή είναι μικρή για να τη ζεις έτσι», μου είπε τρυφερά.
Γύρισα σπίτι αποφασισμένη. Ο Άρης ήταν πάλι στον καναπέ.
«Θέλω να μιλήσουμε σοβαρά», του είπα.
«Άντε πάλι…»
«Όχι αυτή τη φορά δεν θα φύγω από το δωμάτιο. Θέλω να ξέρεις ότι αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, θα φύγω εγώ.»
Με κοίταξε σαστισμένος – πρώτη φορά με είδε τόσο αποφασισμένη.
Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε ανάμεσά μας. Δεν ξέρω αν θα σωθεί ο γάμος μας – αλλά ξέρω ότι εγώ δεν θα σωπάσω ξανά.
Κοιτάζοντας πίσω αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες σαν εμένα ζουν σιωπηλά μέσα σε έναν γάμο που τις πνίγει; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να βρεις τη φωνή σου όταν όλοι γύρω σου σου λένε να σωπάσεις;