Υποδέχτηκα τον ξάδερφό μου στο σπίτι – τώρα νιώθω ξένη στον ίδιο μου τον χώρο. Μήπως το καλό δεν επιστρέφει πάντα;

«Μαρία, πάλι άφησες τα παπούτσια σου στη μέση;» Η φωνή του Γιάννη αντηχεί στο διάδρομο, γεμάτη ενόχληση. Σταματάω για μια στιγμή, με το χέρι ακόμα στο πόμολο της κουζίνας. Πριν τρεις μήνες, αυτό το σπίτι ήταν το καταφύγιό μου, το μέρος όπου μπορούσα να αφήσω τα παπούτσια μου όπου ήθελα, να τραγουδήσω δυνατά, να κλάψω χωρίς να με ακούσει κανείς. Τώρα, κάθε μου κίνηση μοιάζει να ενοχλεί κάποιον. Κάποιον που εγώ η ίδια έφερα εδώ.

Όταν ο Γιάννης με πήρε τηλέφωνο εκείνο το βράδυ του Μαρτίου, η φωνή του έτρεμε. «Μαρία, δεν έχω πού να πάω. Με πέταξαν έξω από το σπίτι. Δεν έχω κανέναν άλλον.» Η καρδιά μου σφίχτηκε – πάντα ήμασταν κοντά, από παιδιά. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στο χωριό, τις βόλτες με τα ποδήλατα, τα μυστικά που μοιραζόμασταν κάτω από τη συκιά της γιαγιάς. Πώς να του αρνηθώ; «Έλα εδώ, Γιάννη. Το σπίτι μου είναι και δικό σου.»

Τι ειρωνεία. Τώρα νιώθω πως δεν είναι πια δικό μου.

Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Ο Γιάννης ήταν ευγενικός, βοηθούσε με τα ψώνια, μαγείρευε καμιά φορά. Έλεγε συνέχεια «ευχαριστώ» και «συγγνώμη». Όμως όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισε να αλλάζει. Άρχισε να φέρνει φίλους χωρίς να ρωτήσει, να κάθεται με τις ώρες στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση, να αφήνει τα πιάτα άπλυτα. Μια μέρα γύρισα από τη δουλειά και βρήκα το σαλόνι γεμάτο αποτσίγαρα και μπίρες.

«Γιάννη, τι γίνεται εδώ;» ρώτησα προσπαθώντας να συγκρατήσω τον θυμό μου.
«Χαλάρωσε, ρε Μαρία. Σπίτι μας είναι!»

Σπίτι μας; Από πότε; Εγώ πληρώνω το νοίκι, εγώ τρέχω για τους λογαριασμούς, εγώ ξενυχτάω όταν χαλάει ο θερμοσίφωνας. Εκείνος απλώς… υπάρχει.

Η μητέρα μου λέει συνέχεια: «Υπομονή, παιδί μου. Οικογένεια είμαστε.» Ο πατέρας μου όμως είναι πιο σκληρός: «Τον καλομάθεις και θα σου ανέβει στο κεφάλι.» Κι εγώ κάπου στη μέση – ανάμεσα στην ενοχή και την αγανάκτηση.

Το χειρότερο είναι πως άλλαξε η σχέση μας. Παλιά μιλούσαμε για τα πάντα – τώρα αποφεύγω να του πω ακόμα και πώς πέρασα στη δουλειά. Φοβάμαι μήπως παρεξηγηθεί, μήπως θυμώσει, μήπως αρχίσει πάλι να φωνάζει για τα «δικά του δικαιώματα». Μια μέρα τόλμησα να του ζητήσω να μαζέψει τα ρούχα του από το μπάνιο.

«Δεν είμαι υπηρέτης σου!» φώναξε.

Έκλεισα την πόρτα και έκλαψα σιωπηλά στο δωμάτιό μου. Πότε έγινε τόσο ξένος; Πότε έγινα εγώ η ξένη;

Οι φίλοι μου άρχισαν να απομακρύνονται. «Δεν έρχεσαι για καφέ;» με ρωτούσαν στην αρχή. Μετά σταμάτησαν να ρωτούν. Ντρέπομαι να τους καλέσω σπίτι – φοβάμαι τι θα βρουν. Η Ελένη, η κολλητή μου από το πανεπιστήμιο, με πήρε μια μέρα τηλέφωνο:

«Μαρία, είσαι καλά; Έχεις χαθεί.»
«Όλα καλά,» ψέλλισα.
«Δεν ακούγεσαι καλά. Θες να μιλήσουμε;»

Ήθελα τόσο πολύ να της πω την αλήθεια – πως νιώθω φυλακισμένη στο ίδιο μου το σπίτι, πως κάθε μέρα που περνάει χάνω λίγο από τον εαυτό μου. Αλλά δεν το έκανα. Ντράπηκα.

Τα βράδια δεν κοιμάμαι καλά. Ακούω τον Γιάννη να μιλάει στο τηλέφωνο μέχρι αργά, να γελάει δυνατά με τους φίλους του στο σαλόνι. Μια φορά ξύπνησα από φωνές – είχε φέρει μια κοπέλα σπίτι χωρίς να με ρωτήσει. Την επόμενη μέρα βρήκα το μπάνιο σε άθλια κατάσταση.

«Γιάννη, δεν γίνεται έτσι,» του είπα ήρεμα.
«Αν δεν σου αρέσει, πες το να φύγω!» απάντησε θυμωμένος.

Το ήθελα; Να φύγει; Ή μήπως φοβόμουν πως αν φύγει θα μείνω μόνη – και με τύψεις;

Η μητέρα μου επέμενε: «Μην τον διώξεις, θα το μετανιώσεις.» Ο πατέρας μου: «Βάλε όρια πριν είναι αργά.» Εγώ; Δεν ήξερα τι θέλω πια.

Μια Κυριακή πρωί, καθώς έπινα καφέ στο μπαλκόνι προσπαθώντας να ανασάνω λίγο καθαρό αέρα, ήρθε δίπλα μου ο Γιάννης.

«Μαρία… Συγγνώμη αν σε ζόρισα,» είπε χαμηλόφωνα.
Τον κοίταξα στα μάτια – για πρώτη φορά μετά από καιρό είδα τον ξάδερφό μου που αγαπούσα μικρή.
«Δεν είναι εύκολο για κανέναν μας,» του απάντησα.
«Ξέρω… Αλλά φοβάμαι να φύγω. Δεν έχω πουθενά αλλού.»

Σιωπή. Τα λόγια του με τρύπησαν σαν μαχαίρι. Ήθελα να τον βοηθήσω – αλλά ποιος θα βοηθήσει εμένα;

Από τότε προσπαθήσαμε και οι δύο να αλλάξουμε κάτι. Εκείνος άρχισε να βοηθάει περισσότερο στο σπίτι, εγώ προσπάθησα να είμαι πιο ξεκάθαρη στα όριά μου. Αλλά τίποτα δεν είναι όπως πριν. Η σχέση μας έχει ρωγμές που δύσκολα θα επουλωθούν.

Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Άξιζε τελικά; Μήπως το καλό δεν επιστρέφει πάντα; Ή μήπως πρέπει πρώτα να φροντίσουμε τον εαυτό μας πριν προσπαθήσουμε να σώσουμε τους άλλους;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα θυσιάζατε την ηρεμία σας για κάποιον δικό σας ή θα βάζατε όρια;