«Μαμά, δώσ’ το μου!» – Όταν η οικογένεια ζητάει τα πάντα κι εσύ δεν έχεις πια τίποτα να δώσεις
«Μαμά, δώσ’ το μου! Το θέλω τώρα!»
Η φωνή της μικρής μου κόρης, της Ελένης, αντηχεί στο σαλόνι. Κρατάω στα χέρια μου το αγαπημένο μου σημειωματάριο – το μόνο μέρος όπου γράφω τις σκέψεις μου, τα όνειρά μου, τα μικρά μυστικά που δεν τολμώ να πω σε κανέναν. Η Ελένη απλώνει το χέρι της, τα μάτια της γεμάτα προσμονή και μια δόση πείσματος που μόνο ένα εξάχρονο παιδί μπορεί να έχει.
«Όχι τώρα, αγάπη μου. Είναι της μαμάς αυτό», της λέω ήρεμα, αλλά μέσα μου βράζω. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος από την οικογένεια ζητάει κάτι δικό μου. Και κάθε φορά που λέω «όχι», νιώθω σαν να τους προδίδω.
«Μα γιατί; Εσύ πάντα μας τα δίνεις όλα!», πετάγεται ο γιος μου, ο Νίκος, από τον καναπέ. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, με κοιτάζει πάνω από την εφημερίδα του. Δεν λέει τίποτα, αλλά το βλέμμα του είναι αρκετό: «Έλα τώρα, Μαρία, μην κάνεις έτσι για ένα τετράδιο».
Αυτό το «μην κάνεις έτσι» με πονάει περισσότερο από κάθε απαίτηση. Γιατί κανείς δεν βλέπει ότι κάθε μέρα νιώθω πως χάνω ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Ξυπνάω πριν απ’ όλους για να ετοιμάσω πρωινό, τρέχω στη δουλειά – γραμματέας σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο Παγκράτι – και μετά σπίτι, μαγείρεμα, διάβασμα των παιδιών, ψώνια. Και όταν επιτέλους βρίσκω πέντε λεπτά για μένα, κάποιος κάτι θέλει: το βιβλίο μου, το φλιτζάνι μου, ακόμα και το τελευταίο κομμάτι σοκολάτας που κρύβω στο συρτάρι.
«Μαρία, τι έγινε πάλι;», ακούω τη φωνή της μητέρας μου στο τηλέφωνο το απόγευμα. «Άκουσα ότι μάλωσες με τα παιδιά για ένα τετράδιο;» Ποιος της το είπε; Μάλλον ο Γιάννης. «Μαμά, δεν είναι το τετράδιο. Είναι ότι νιώθω πως δεν έχω τίποτα δικό μου πια.»
«Έλα τώρα, παιδί μου! Μάνα είσαι! Όλα τα δίνεις στα παιδιά σου. Έτσι κάναμε κι εμείς.»
Κλείνω το τηλέφωνο με ένα βαρύ αναστεναγμό. Πόσες φορές έχω ακούσει αυτή τη φράση; «Έτσι κάναμε κι εμείς.» Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο. Θέλω να έχω κάτι δικό μου – έστω ένα τετράδιο.
Το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται, κάθομαι μόνη στην κουζίνα. Το φως του ψυγείου φωτίζει το πρόσωπό μου καθώς ψάχνω για λίγη παρηγοριά στη σοκολάτα που τελικά δεν βρήκα ποτέ. Σκέφτομαι τη ζωή μου: Πριν παντρευτώ τον Γιάννη ήμουν γεμάτη όνειρα. Ήθελα να γίνω συγγραφέας, να ταξιδέψω στον κόσμο. Τώρα νιώθω σαν να είμαι απλώς «η μαμά», «η σύζυγος», «η κόρη». Πού πήγε η Μαρία;
Την επόμενη μέρα στο γραφείο, η φίλη μου η Σοφία με ρωτάει:
«Τι έχεις; Φαίνεσαι χάλια.»
«Νιώθω ότι όλοι τραβάνε από πάνω μου κι εγώ δεν έχω τίποτα να δώσω πια.»
Η Σοφία γελάει πικρά. «Καλώς ήρθες στο κλαμπ των Ελληνίδων μανάδων. Εδώ όλα τα δίνεις και στο τέλος μένεις με άδεια χέρια.»
Γυρίζοντας σπίτι, βρίσκω τον Γιάννη να κάθεται στον υπολογιστή του. Τα παιδιά τσακώνονται για το tablet.
«Γιάννη, μπορούμε να μιλήσουμε;»
Με κοιτάζει αφηρημένα. «Τι έγινε πάλι;»
«Νιώθω ότι δεν έχω τίποτα δικό μου. Ότι όλη μέρα δίνω και δίνω… και κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο κουρασμένη είμαι.»
Σιωπή. Για μια στιγμή νομίζω ότι θα με αγνοήσει όπως πάντα.
«Μαρία…», λέει τελικά. «Δεν ήξερα ότι νιώθεις έτσι.»
«Δεν το δείχνεις ποτέ ότι σε νοιάζει.»
«Ίσως επειδή κι εγώ νιώθω ότι πρέπει να είμαι πάντα δυνατός…»
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια νιώθω ότι κάτι ραγίζει ανάμεσά μας – όχι απαραίτητα αρνητικά. Ίσως αυτή η ρωγμή να είναι η αρχή για να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον.
Το βράδυ, η Ελένη έρχεται δίπλα μου με το σημειωματάριο στα χέρια.
«Μαμά… μπορείς να μου γράψεις μια ιστορία εδώ;»
Τη χαϊδεύω στα μαλλιά και σκέφτομαι: Ίσως τελικά αυτό που χρειάζομαι δεν είναι να κρατήσω τα πράγματά μου μόνο για μένα, αλλά να μάθω να βάζω όρια χωρίς ενοχές – και να μοιράζομαι όταν πραγματικά θέλω.
Αλλά πώς βρίσκεις τη δύναμη να πεις «όχι» χωρίς να νιώθεις κακή μάνα ή σύζυγος;
Πόσες από εσάς νιώθετε έτσι; Πώς βάζετε τα όριά σας χωρίς να πληγώνετε τους αγαπημένους σας;