Μια φορά ήμουν η ψυχή της παρέας. Σήμερα δεν έχω κανέναν να με πάρει τηλέφωνο στα γενέθλιά μου.

«Πάλι μόνη σου, Μαρία;» Η φωνή της μητέρας μου ακούγεται κοφτή από το διπλανό δωμάτιο. Δεν απαντώ. Κοιτάζω το κινητό μου, το οποίο παραμένει πεισματικά σιωπηλό. Είναι τα γενέθλιά μου σήμερα. Κανένα μήνυμα, κανένα τηλεφώνημα. Μόνο η φωνή της μάνας μου να με ρωτάει, σχεδόν ειρωνικά, αν έχω παρέα.

Πριν λίγα χρόνια, τέτοια μέρα, το σπίτι μας στη Λάρισα γέμιζε φωνές και γέλια. Η Ελένη, η Βάσω, ο Νίκος, ο Πέτρος – όλοι μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, με πίτες, κρασί και αστεία που μόνο εμείς καταλαβαίναμε. Θυμάμαι τον πατέρα μου να φέρνει παγωτό και να κάνει πως ξεχνάει τα κεριά, για να γελάσουμε με την αδεξιότητά του. Τώρα, ο πατέρας λείπει – έφυγε ξαφνικά πέρσι, αφήνοντας πίσω του μια σιωπή που κανείς δεν μπορεί να γεμίσει.

Η μητέρα μου έχει αλλάξει. Έγινε πιο σκληρή, πιο απόμακρη. «Όλα εγώ τα κάνω εδώ μέσα», μου λέει συχνά. «Εσύ μόνο κάθεσαι και κοιτάς το ταβάνι». Δεν ξέρει πόσο με πληγώνουν αυτά τα λόγια. Δεν ξέρει ότι κάθε βράδυ κοιμάμαι με το κινητό στο χέρι, ελπίζοντας πως κάποιος θα θυμηθεί να μου πει ένα «χρόνια πολλά».

Η αδελφή μου, η Σοφία, μένει στην Αθήνα. Έχει τη δική της ζωή πια – δουλειά, φίλους, έναν σύντροφο που δεν έχω γνωρίσει ποτέ. Μιλάμε σπάνια. Όταν τη ρώτησα αν θα έρθει φέτος στα γενέθλιά μου, απάντησε ξερά: «Έχω δουλειά, Μαρία. Δεν γίνεται κάθε φορά να ανεβαίνω». Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να πω τίποτα.

Στο σχολείο ήμουν πάντα η ψυχή της παρέας. Οργάνωνα εκδρομές, έκανα πλάκες στους καθηγητές, ήμουν αυτή που όλοι ήθελαν δίπλα τους στα διαλείμματα. Μετά το λύκειο όμως, όλα άλλαξαν. Οι φίλοι έφυγαν για σπουδές – άλλος στη Θεσσαλονίκη, άλλος στην Πάτρα. Εγώ έμεινα πίσω. Δεν πέρασα στη σχολή που ήθελα και οι γονείς μου δεν είχαν λεφτά να με στείλουν αλλού.

«Γιατί δεν βγαίνεις έξω;» με ρωτάει η μητέρα μου κάθε τόσο. «Όλο μέσα είσαι». Πού να πάω; Στην πλατεία της πόλης, όπου όλοι με κοιτούν λες και είμαι φάντασμα; Οι παλιοί φίλοι έχουν αλλάξει – άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι μετακόμισαν. Κανείς δεν θυμάται πια τη Μαρία που γελούσε δυνατά.

Το απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η θεία Κατερίνα από το Βόλο. «Χρόνια πολλά, κορίτσι μου! Να χαίρεσαι ό,τι αγαπάς!» Η φωνή της είναι ζεστή αλλά βιαστική – σαν να θέλει να τελειώσει γρήγορα τη συνομιλία. «Ευχαριστώ, θεία», ψιθυρίζω. Με ρωτάει για τη δουλειά – δουλεύω part-time σε ένα φούρνο τα πρωινά – και για τη μάνα μου. Της λέω πως όλα καλά, αν και τίποτα δεν είναι καλά.

Το βράδυ η μητέρα μου αφήνει ένα κομμάτι τούρτα στο τραπέζι. «Φάε να μην πάει χαμένη», λέει χωρίς να με κοιτάζει. Τρώω μόνη μου, ακούγοντας τα πηρούνια των γειτόνων από το διπλανό διαμέρισμα. Σκέφτομαι πόσο εύκολα μπορεί να αλλάξει η ζωή – από τη ζεστασιά μιας γεμάτης κουζίνας στη μοναξιά ενός άδειου δωματίου.

Θυμάμαι τον πατέρα μου να λέει: «Μην αφήνεις κανέναν να σου χαλάσει τη μέρα σου». Μα πώς να μην αφήσω; Όταν όλα γύρω σου είναι γκρίζα; Όταν οι άνθρωποι που αγαπάς σε ξεχνούν;

Την επόμενη μέρα στη δουλειά η κυρία Ευγενία με ρωτάει: «Πώς πέρασες χθες;» Χαμογελώ ψεύτικα: «Καλά ήταν». Δεν θέλω να ξέρει ότι έκλαψα πάνω από μια φέτα τούρτα.

Το βράδυ βρίσκω ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών. Εκεί είμαστε όλοι μαζί: εγώ παιδί με κοτσιδάκια, ο πατέρας να με σηκώνει ψηλά, η Σοφία να γελάει με τα αστεία του θείου Μανώλη. Πού πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Πού πήγε εκείνη η χαρά;

Η μητέρα μου μπαίνει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. «Τι κοιτάς;»
«Τίποτα», απαντώ και σκουπίζω γρήγορα τα μάτια μου.
«Άντε, σήκω να βοηθήσεις λίγο στο σπίτι», λέει αυστηρά.

Σηκώνομαι μηχανικά. Κάνω ό,τι μου ζητάει χωρίς κουβέντα. Μέσα μου όμως βράζω – γιατί πρέπει πάντα εγώ να είμαι αυτή που μένει πίσω; Γιατί κανείς δεν βλέπει πόσο μόνη νιώθω;

Το βράδυ κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Θυμάμαι μια φορά που είχαμε μαλώσει άσχημα με τη Σοφία – τότε που ήθελε να φύγει για Αθήνα κι εγώ την παρακαλούσα να μείνει. «Δεν αντέχω άλλο εδώ», μου είχε πει τότε. «Εσύ μπορείς;» Δεν απάντησα ποτέ σε αυτή την ερώτηση.

Τώρα καταλαβαίνω πως κι εγώ δεν αντέχω άλλο εδώ – αλλά δεν έχω πού να πάω.

Η ζωή στην επαρχία είναι δύσκολη όταν είσαι νέος και μόνος. Όλοι σε ξέρουν, όλοι σε σχολιάζουν – αλλά κανείς δεν σε πλησιάζει πραγματικά. Οι φίλοι χάνονται, οι συγγενείς απομακρύνονται και η οικογένεια γίνεται πεδίο μάχης αντί για καταφύγιο.

Κάποιες φορές σκέφτομαι να φύγω κι εγώ – να πάω στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη, να ξεκινήσω από την αρχή. Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι τη μοναξιά μιας μεγάλης πόλης περισσότερο από τη μοναξιά του μικρού σπιτιού μας.

Η μητέρα μου κάθεται απέναντί μου στο τραπέζι και με κοιτάζει για πρώτη φορά στα μάτια μετά από καιρό.
«Μαρία…»
«Ναι;»
«Συγγνώμη αν σου φώναξα χθες», λέει χαμηλόφωνα.
Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Τα λόγια της με ξαφνιάζουν περισσότερο κι από τη σιωπή της.
«Κι εγώ συγγνώμη», ψιθυρίζω.

Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό νιώθω πως κάτι ίσως αλλάξει ανάμεσά μας – έστω κι αν όλα γύρω μας μοιάζουν στάσιμα.

Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εσάς νιώθετε έτσι; Πόσοι έχετε βρεθεί μόνοι στα γενέθλιά σας ή σε μια σημαντική στιγμή της ζωής σας; Μήπως τελικά η μοναξιά μας ενώνει περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε;