«Μαμά, γιατί ανακατεύτηκες;» – Η ιστορία μιας μάνας που μπλέχτηκε στη ζωή του γιου της και το μετάνιωσε πικρά
«Μαμά, τι έκανες;»
Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, γεμάτη απογοήτευση και θυμό. Στεκόμουν μπροστά του, στην κουζίνα μας στο Παγκράτι, με τα χέρια μου να τρέμουν και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Δεν ήξερα τι να πω. Δεν ήξερα αν έπρεπε να απολογηθώ ή να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.
Όλα ξεκίνησαν πριν δύο εβδομάδες. Ο Νίκος, ο μοναχογιός μου, είχε κλείσει τα τριάντα πέντε και ακόμα δεν είχε βρει μια κοπέλα να σταθεί δίπλα του. Όχι ότι δεν είχε προσπαθήσει. Πάντα ήταν ντροπαλός, λίγο εσωστρεφής, αλλά καλό παιδί. Δούλευε σκληρά ως πολιτικός μηχανικός, αλλά η δουλειά του τον απορροφούσε. Οι φίλοι του είχαν παντρευτεί, είχαν κάνει παιδιά, κι εγώ ένιωθα πως ο χρόνος περνούσε και το σπίτι μας άδειαζε από γέλια.
«Μαμά, μην ανησυχείς για μένα. Θα βρω κι εγώ τη δική μου Μαρία», μου έλεγε συχνά, χαμογελώντας αμήχανα.
Αλλά πώς να μην ανησυχώ; Η γειτονιά όλη μιλούσε. «Ο Νίκος της κυρίας Ελένης ακόμα μόνος είναι;» ψιθύριζαν οι γειτόνισσες στο μπαλκόνι. Κι εγώ, κάθε φορά που άκουγα τέτοια λόγια, ένιωθα μια μαχαιριά στην καρδιά.
Μια μέρα, η φίλη μου η Κατερίνα μού είπε για μια κρυφή υπηρεσία γνωριμιών που είχε βοηθήσει την κόρη της να βρει άντρα. «Δοκίμασέ το! Μια κουβέντα είναι. Πες της να προσέξει τον Νίκο σου», μου είπε.
Δεν ήθελα να το κάνω πίσω από την πλάτη του. Αλλά η αγωνία μου με έπνιγε. Έτσι, ένα βράδυ που ο Νίκος είχε αργήσει στη δουλειά, πήρα το θάρρος και τηλεφώνησα στη μεσίτρια γνωριμιών, τη Μαρία Παπαδοπούλου.
«Καλησπέρα σας, είμαι η μητέρα του Νίκου Αντωνίου. Ξέρω πως έχει επικοινωνήσει μαζί σας ο γιος μου… Θα ήθελα απλώς να σας πω λίγα πράγματα για εκείνον. Είναι καλό παιδί, αλλά ντροπαλός…»
Η φωνή της ήταν ψυχρή. «Κυρία Ελένη, καταλαβαίνω την αγάπη σας, αλλά οι πελάτες μας θέλουν διακριτικότητα.»
Έκλεισα το τηλέφωνο με ένα βάρος στο στήθος. Δεν είπα τίποτα στον Νίκο. Πίστευα πως δεν θα το μάθει ποτέ.
Δύο μέρες αργότερα, όμως, γύρισε σπίτι με το πρόσωπο σκοτεινιασμένο.
«Μαμά, μίλησες εσύ στη Μαρία Παπαδοπούλου;»
Πάγωσα. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα – πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.
«Γιατί το έκανες αυτό; Δεν είμαι παιδί πια! Θέλω να φτιάξω τη ζωή μου μόνος μου!»
Έμεινα άφωνη. Ήθελα να του πω πως το έκανα από αγάπη, πως φοβόμουν μην μείνει μόνος του όπως ο πατέρας του που πέθανε νωρίς και δεν πρόλαβε να χαρεί εγγόνια… Αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν.
Τις επόμενες μέρες το σπίτι μας ήταν γεμάτο σιωπή. Ο Νίκος απέφευγε να μου μιλήσει. Έτρωγε μόνος του στο δωμάτιό του, έφευγε νωρίς για τη δουλειά και γύριζε αργά. Η μοναξιά με έπνιγε.
Η αδερφή μου η Σοφία ήρθε ένα απόγευμα για καφέ.
«Ελένη, μήπως το παράκανες; Τα παιδιά σήμερα θέλουν χώρο…»
«Κι αν δεν βρει ποτέ κανέναν; Κι αν μείνει μόνος του;»
«Καλύτερα μόνος παρά δυστυχισμένος επειδή τον πιέζεις», μου είπε αυστηρά.
Άρχισα να αναρωτιέμαι αν όντως είχα κάνει λάθος. Θυμήθηκα τη δική μου μάνα που πάντα ανακατευόταν στη ζωή μου και πόσο την είχα θυμώσει όταν είχε διαλέξει εκείνη τον άντρα που παντρεύτηκα – τον πατέρα του Νίκου – χωρίς να με ρωτήσει.
Ένα βράδυ, δεν άντεξα άλλο τη σιωπή. Χτύπησα την πόρτα του δωματίου του.
«Νίκο… σε παρακαλώ… Μπορούμε να μιλήσουμε;»
Δεν απάντησε αμέσως. Μετά από λίγο άνοιξε την πόρτα.
«Τι θέλεις να πεις;»
Τα μάτια του ήταν κόκκινα.
«Συγγνώμη… Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Απλώς φοβήθηκα… Φοβήθηκα μην μείνεις μόνος σου όπως εγώ τώρα…»
Με κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλάει.
«Μαμά… Δεν είμαι εσύ. Θέλω να ζήσω όπως μπορώ εγώ. Αν είναι να βρω κάποιον, θα τον βρω μόνος μου.»
Έφυγα από το δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν όλα τα χρόνια που μεγάλωνα τον Νίκο μόνη μου, τις θυσίες που έκανα, τα όνειρα που είχα για εκείνον… Και τώρα όλα φαίνονταν τόσο μακρινά.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να μην ανακατεύομαι στη ζωή του. Ήταν δύσκολο – κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο ή άκουγα το κουδούνι της πόρτας, ήθελα να ρωτήσω ποιος είναι, αν είναι κάποια κοπέλα… Αλλά κρατήθηκα.
Μια Κυριακή πρωί, ο Νίκος ήρθε στην κουζίνα και κάθισε απέναντί μου.
«Μαμά… Ξέρεις κάτι; Κατάλαβα ότι κι εσύ φοβάσαι τη μοναξιά όσο κι εγώ. Αλλά πρέπει να μάθουμε να ζούμε και οι δύο με αυτήν.»
Χαμογέλασα μέσα από τα δάκρυά μου.
Από τότε προσπαθώ να κρατάω αποστάσεις – όχι γιατί δεν αγαπάω τον Νίκο, αλλά γιατί κατάλαβα πως η αγάπη χρειάζεται χώρο για να αναπνεύσει.
Και τώρα αναρωτιέμαι: Πόσο μακριά πρέπει να φτάνει η αγάπη μιας μάνας; Πότε γίνεται προστασία και πότε φυλακή;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;