Βοήθεια! Ο σύντροφός μου δεν θέλει να με παντρευτεί και η μητέρα του είναι εναντίον μου – ενώ περιμένω το παιδί μας
«Δεν καταλαβαίνεις, Νίκο; Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι!» φώναξα, ενώ το πιρούνι μου έτρεμε πάνω από το πιάτο με τα γεμιστά. Η φωνή μου αντήχησε στο μικρό σαλόνι της μητέρας του, της κυρίας Μαρίας, που με κοίταξε με εκείνο το ψυχρό βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω ξένη. Ο Νίκος απέφυγε το βλέμμα μου. Έπαιζε νευρικά με το ποτήρι του κρασιού.
«Μαρία, σε παρακαλώ…» ξεκίνησε ο πεθερός μου, ο κύριος Γιάννης, προσπαθώντας να σπάσει την αμηχανία. Η Μαρία όμως δεν άφησε περιθώριο.
«Νίκο μου, μην αφήνεις να σε πιέζουν. Είσαι ακόμα νέος. Ένα παιδί δεν σημαίνει απαραίτητα γάμο!» είπε και έσφιξε το χέρι του γιου της κάτω από το τραπέζι. Ήξερα πως δεν με συμπαθούσε ποτέ πραγματικά. Από την πρώτη στιγμή που μπήκα σε αυτό το σπίτι, ένιωθα σαν να περνάω από εξετάσεις που πάντα αποτύγχανα.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ήμουν ήδη τριών μηνών έγκυος και κάθε μέρα που περνούσε χωρίς να ξέρουμε τι θα κάνουμε με τον Νίκο, ένιωθα το βάρος να με πλακώνει. Οι δικοί μου γονείς στο Περιστέρι είχαν ήδη αρχίσει να ρωτούν πότε θα γίνει ο γάμος. Η μάνα μου έκλαιγε στο τηλέφωνο: «Τι θα πει ο κόσμος;»
«Νίκο, πρέπει να αποφασίσουμε. Δεν μπορώ να μεγαλώσω μόνη μου ένα παιδί», ψιθύρισα σχεδόν ικετευτικά. Εκείνος σηκώθηκε απότομα.
«Δεν είμαι έτοιμος για γάμο! Δεν καταλαβαίνεις; Δεν θέλω να κάνω το ίδιο λάθος που έκαναν οι δικοί μου!» φώναξε και βγήκε έξω στο μπαλκόνι. Η Μαρία σηκώθηκε αμέσως να τον ακολουθήσει.
Έμεινα μόνη με τον κύριο Γιάννη. Με κοίταξε με κατανόηση.
«Κορίτσι μου… Μην τον πιέζεις άλλο. Ο Νίκος πάντα ήταν αναποφάσιστος. Αλλά σε αγαπάει, το ξέρω. Ίσως χρειάζεται χρόνο.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Και αν δεν αλλάξει γνώμη; Τι θα κάνω;»
Εκείνο το βράδυ γύρισα στο μικρό μας διαμέρισμα στην Κυψέλη μόνη. Ο Νίκος δεν γύρισε σπίτι. Έμεινα ξαπλωμένη στον καναπέ, χαϊδεύοντας την κοιλιά μου και σκεφτόμουν τα πάντα: τις φωνές της μάνας μου, τα σχόλια των γειτόνων, τα βλέμματα στη λαϊκή όταν θα αρχίσει να φαίνεται η κοιλιά…
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Δούλευα σε ένα λογιστικό γραφείο στο κέντρο. Η φίλη μου η Ελένη με ρώτησε τι έχω.
«Δεν ξέρω αν θα παντρευτούμε τελικά…» της είπα και ξέσπασα σε κλάματα στην τουαλέτα.
«Μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη», είπε και με αγκάλιασε σφιχτά.
Το βράδυ ο Νίκος γύρισε σπίτι. Μύριζε τσιγάρο και μπίρα.
«Συγγνώμη», ψιθύρισε. «Απλά… φοβάμαι.»
«Κι εγώ φοβάμαι! Αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή πια.»
Πέρασαν μέρες έτσι. Η Μαρία τηλεφωνούσε κάθε μέρα στον Νίκο, τον έπειθε ότι δεν πρέπει να παντρευτούμε μόνο και μόνο επειδή είμαι έγκυος. Ο κύριος Γιάννης προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες, αλλά η φωνή του χανόταν μέσα στη φασαρία.
Μια Κυριακή πρωί ήρθαν οι γονείς μου για καφέ. Η μάνα μου μπήκε φουριόζα:
«Να τελειώνουμε! Θα γίνει γάμος ή όχι; Δεν θα αφήσω την κόρη μου έτσι!»
Ο πατέρας μου, πιο ήρεμος, είπε: «Νίκο, αν αγαπάς την κόρη μας και το παιδί σας, δείξε το.»
Ο Νίκος κοίταξε κάτω. «Δεν ξέρω αν μπορώ…»
Η μάνα μου άρχισε να φωνάζει, ο πατέρας του Νίκου προσπάθησε να τους χωρίσει, η Μαρία έλεγε πως «κανείς δεν θα πιέσει τον γιο της», κι εγώ ένιωθα πως πνίγομαι.
Έφυγα τρέχοντας από το σπίτι και πήγα στην παραλία του Φλοίσβου. Κάθισα σε ένα παγκάκι και κοίταξα τη θάλασσα. Έβγαλα το κινητό και κάλεσα την Ελένη.
«Δεν αντέχω άλλο… Θέλω απλά να είμαι καλά με το παιδί μου.»
«Μην αφήσεις κανέναν να σου χαλάσει τη χαρά της μητρότητας», είπε εκείνη.
Εκείνο το βράδυ πήρα μια απόφαση. Όταν γύρισα σπίτι, βρήκα τον Νίκο να κάθεται στο σκοτάδι.
«Θέλω να μεγαλώσω αυτό το παιδί με αγάπη», του είπα ήρεμα. «Αν δεν μπορείς να είσαι δίπλα μας όπως πρέπει, καλύτερα να φύγω.»
Με κοίταξε τρομαγμένος. «Δεν θέλω να σε χάσω… Αλλά φοβάμαι πως δεν θα είμαι καλός πατέρας.»
«Κανείς δεν γεννήθηκε έτοιμος», του απάντησα. «Αλλά εγώ δεν μπορώ άλλο αυτή την αβεβαιότητα.»
Τις επόμενες μέρες μετακόμισα στους γονείς μου. Η μάνα μου ήταν χαρούμενη που «επέστρεψα στο σπίτι». Ο πατέρας μου ήταν πιο σιωπηλός αλλά πάντα δίπλα μου.
Ο Νίκος άρχισε να τηλεφωνεί κάθε μέρα. Μια φορά ήρθε έξω από το σπίτι και περίμενε ώρες μέχρι να βγω.
«Σε αγαπάω», είπε τελικά ένα βράδυ με δάκρυα στα μάτια. «Θέλω να προσπαθήσω.»
Δεν ήξερα αν μπορούσα να τον εμπιστευτώ ξανά. Η Μαρία συνέχιζε να λέει πως «δεν είμαι κατάλληλη για τον γιο της». Ο κύριος Γιάννης ερχόταν κρυφά και μου έφερνε πορτοκάλια και κουλουράκια.
Οι μήνες πέρασαν δύσκολα. Στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης έπαθα αιμορραγία και μπήκα στο νοσοκομείο. Ο Νίκος ήρθε τρέχοντας και έμεινε δίπλα μου όλη νύχτα.
«Δεν θέλω να σε χάσω», ψιθύρισε κρατώντας το χέρι μου.
Όταν γεννήθηκε η κόρη μας, η Μαρία ήρθε στο μαιευτήριο με λουλούδια αλλά ούτε που με κοίταξε στα μάτια. Ο Νίκος όμως ήταν εκεί – άλλαζε πάνες, ξενυχτούσε μαζί μας, προσπαθούσε πραγματικά.
Ένα βράδυ που η μικρή κοιμόταν στην αγκαλιά του, τον ρώτησα:
«Θα με παντρευτείς τελικά;»
Με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε διστακτικά.
«Νομίζω πως τώρα είμαι έτοιμος.»
Δεν ξέρω αν όλα θα πάνε καλά – αν η Μαρία θα με αποδεχτεί ποτέ ή αν ο Νίκος θα αντέξει τις δυσκολίες της οικογένειας. Αλλά ξέρω πως πάλεψα για μένα και για το παιδί μου.
Άραγε αξίζει πάντα να παλεύουμε για την αγάπη; Ή μήπως πρέπει κάποτε να βάζουμε πρώτα τον εαυτό μας; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου;