Διακοπές στην Αθήνα: Πώς ένιωσα αόρατη στο ίδιο μου το σπίτι
«Μάνα, μην πειράξεις τα πράγματά μου στο μπάνιο, σε παρακαλώ!» Η φωνή του Νίκου αντήχησε από το διάδρομο, ενώ εγώ κρατούσα ήδη στα χέρια μου μια στοίβα πετσέτες. Στάθηκα για λίγο, με τις παλάμες ιδρωμένες, και κοίταξα γύρω μου το μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Ήρθα για λίγες μέρες, να δω το παιδί μου και τη νύφη μου, τη Μαρία. Είχα φανταστεί πως θα περνούσαμε όμορφα, θα γελούσαμε, θα μαγειρεύαμε μαζί. Αντί γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή που μπήκα, ένιωσα σαν ξένη.
«Μα, ήθελα μόνο να τακτοποιήσω λίγο…» ψιθύρισα, αλλά ο Νίκος είχε ήδη κλείσει την πόρτα του δωματίου του. Η Μαρία ήταν στην κουζίνα, με το κινητό στο χέρι. «Θα παραγγείλουμε κάτι το βράδυ;» τη ρώτησα δειλά. «Έχω πολλή δουλειά σήμερα, μαμά Ελένη. Αν θες, φτιάξε κάτι εσύ», απάντησε χωρίς να με κοιτάξει.
Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Πήγα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, αγόρασα υλικά για γεμιστά – το αγαπημένο του Νίκου από μικρός. Όσο τα ετοίμαζα, άκουγα τα γέλια τους από το σαλόνι. Μιλούσαν για φίλους, για δουλειές, για ταξίδια που σχεδίαζαν. Κανείς δεν με ρώτησε πώς είμαι ή τι κάνω. Όταν τους φώναξα να φάνε, ήρθαν βιαστικά. Ο Νίκος έφαγε δυο πιρουνιές και σηκώθηκε. «Έχω meeting σε λίγο», είπε και χάθηκε πάλι στο δωμάτιο.
Το βράδυ, μάζεψα τα πιάτα μόνη μου. Η Μαρία έστειλε μήνυμα στη μητέρα της: «Η μαμά του Νίκου είναι εδώ, ευτυχώς βοηθάει λίγο». Το είδα τυχαία στην οθόνη της όταν πέρασα από δίπλα της. Ένιωσα σαν να με χτύπησε ρεύμα. Βοηθάω λίγο; Εγώ που έτρεχα χρόνια για όλους; Που έμεινα χήρα στα 45 και μεγάλωσα τον Νίκο μόνη μου; Που δεν αγόρασα ποτέ καινούρια παπούτσια για να έχει εκείνος ό,τι χρειάζεται;
Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς. Έφτιαξα καφέ και κάθισα στο μπαλκόνι, κοιτώντας τα κεραμίδια των διπλανών πολυκατοικιών. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στο χωριό, όταν ο Νίκος ήταν μικρός και τρέχαμε μαζί στα χωράφια. Τώρα δεν είχε χρόνο ούτε για έναν καφέ μαζί μου.
Όταν βγήκε από το δωμάτιο, τον ρώτησα: «Νίκο μου, θες να πάμε μια βόλτα στη λαϊκή; Να πάρουμε φρούτα όπως παλιά;» Με κοίταξε σαν να του ζήτησα κάτι παράλογο. «Δεν προλαβαίνω, μάνα. Έχω δουλειά.»
Η Μαρία μπήκε στην κουζίνα και άρχισε να ψάχνει τα ντουλάπια. «Πού έβαλες τα ποτήρια; Δεν βρίσκω τίποτα εδώ μέσα!» είπε εκνευρισμένη. «Τα έπλυνα και τα έβαλα στη θέση τους», απάντησα ήρεμα. «Εδώ δεν είναι η θέση τους», μου πέταξε και έκλεισε δυνατά το ντουλάπι.
Το μεσημέρι ήρθε η μητέρα της Μαρίας για καφέ. Κάθισαν οι δυο τους στο σαλόνι και γελούσαν με κάτι βίντεο στο κινητό. Εγώ έπλενα πάλι πιάτα στην κουζίνα. Άκουσα τη Μαρία να λέει: «Η μαμά του Νίκου είναι λίγο παλιομοδίτισσα… Θέλει όλα να τα κάνει μόνη της.» Η άλλη γέλασε: «Άσε, όλες οι πεθερές έτσι είναι.» Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε.
Το βράδυ πήγα να ξαπλώσω νωρίς. Άκουγα τις φωνές τους από το σαλόνι – μιλούσαν για διακοπές στη Σαντορίνη, για φίλους που παντρεύονται, για πράγματα που δεν με αφορούσαν πια. Ένιωθα αόρατη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Την επόμενη μέρα αποφάσισα να φύγω νωρίτερα. Μάζεψα τα πράγματά μου αθόρυβα και πήγα στην πόρτα. Ο Νίκος με είδε και ρώτησε: «Φεύγεις τόσο νωρίς;» Τον κοίταξα στα μάτια – εκείνα τα μάτια που κάποτε έλαμπαν όταν με έβλεπαν στην πόρτα του σχολείου. «Ναι, παιδί μου. Δεν θέλω να σας ενοχλώ άλλο.» Δεν είπε τίποτα.
Κατέβηκα τις σκάλες με βαριά βήματα. Στο λεωφορείο για το σπίτι σκεφτόμουν όλα αυτά τα χρόνια που έδωσα χωρίς δεύτερη σκέψη – τις νύχτες που ξενυχτούσα όταν είχε πυρετό, τις φορές που έτρεχα στις δουλειές του σχολείου, τις Κυριακές που μαγειρεύαμε μαζί γεμιστά και γελούσαμε μέχρι δακρύων.
Τώρα ήμουν απλώς μια φιγούρα που καθαρίζει και μαγειρεύει χωρίς κανείς να της πει ένα ευχαριστώ.
Άραγε φταίει η εποχή μας; Φταίει που μεγάλωσα τον Νίκο με τόση αγάπη ώστε να θεωρεί δεδομένη την παρουσία μου; Ή μήπως όλοι κάποια στιγμή γινόμαστε αόρατοι στα μάτια των παιδιών μας;
Αν μπορούσατε να μιλήσετε στον γιο μου ή στη νύφη μου, τι θα τους λέγατε; Εσείς νιώσατε ποτέ αόρατοι μέσα στην ίδια σας την οικογένεια;