Κανείς δεν έφερε τον εγγονό για το Σαββατοκύριακο, αλλά μια απρόσμενη επίσκεψη άλλαξε τα πάντα: Η συναισθηματική οδύσσεια ενός πατέρα στην Αθήνα
«Γιατί δεν ήρθες, Νίκο; Γιατί πάλι;» ψιθύρισα στον εαυτό μου, κοιτάζοντας το άδειο τραπέζι της κουζίνας. Το ρολόι έδειχνε ήδη έντεκα το πρωί του Σαββάτου και το σπίτι στη Νέα Σμύρνη ήταν βουβό. Είχα ετοιμάσει τα πάντα: τα αγαπημένα κουλουράκια του μικρού Γιωργάκη, το παλιό του τρενάκι, ακόμα και το παζλ που πάντα αφήναμε μισοτελειωμένο. Όμως κανείς δεν ήρθε. Ούτε ο γιος μου, ούτε η νύφη μου, ούτε ο εγγονός μου.
«Μπαμπά, συγγνώμη, δεν θα τα καταφέρουμε αυτό το Σαββατοκύριακο. Η Μαρία έχει δουλειά κι εγώ πρέπει να πάω στο γραφείο. Ο Γιωργάκης είναι λίγο άρρωστος, καλύτερα να μην τον ταλαιπωρήσουμε», μου είχε πει ο Νίκος στο τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ. Η φωνή του ήταν κουρασμένη, σχεδόν αδιάφορη. Δεν είπα τίποτα. Μόνο ένα «καλά, παιδί μου» κατάφερα να ψελλίσω.
Έμεινα μόνος με τις σκέψεις μου. Πόσα χρόνια είχα να νιώσω πραγματικά κοντά στον γιο μου; Από τότε που πέθανε η Ελένη, η γυναίκα μου, όλα άλλαξαν. Ο Νίκος απομακρύνθηκε. Πάντα βιαστικός, πάντα με δουλειές, πάντα με μια δικαιολογία. Κι εγώ; Εγώ έμεινα με τις αναμνήσεις και τη σιωπή.
Το σπίτι ήταν γεμάτο φωνές κάποτε. Τώρα μόνο το τικ-τακ του ρολογιού και το βουητό της πόλης απ’ έξω. Άνοιξα το παράθυρο να μπει λίγος αέρας. Η μυρωδιά του καλοκαιριού μπήκε μαζί με τις φωνές των παιδιών από την πλατεία. Θυμήθηκα τον Νίκο μικρό, πώς έτρεχε να με αγκαλιάσει όταν γύριζα από τη δουλειά. Πού χάθηκε αυτή η αγκαλιά;
Το μεσημέρι πέρασε αργά. Έφαγα μόνος μου, χωρίς όρεξη. Έβαλα να δω λίγο τηλεόραση, αλλά τίποτα δεν με κρατούσε. Πήρα το παλιό άλμπουμ φωτογραφιών και άρχισα να ξεφυλλίζω τις στιγμές μας: ο Νίκος στην πρώτη του μέρα στο σχολείο, η Ελένη να γελάει στην παραλία της Βουλιαγμένης, ο μικρός Γιωργάκης μωρό στην αγκαλιά μου.
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό μου. «Τι έκανα λάθος;» αναρωτήθηκα. Μήπως ήμουν πολύ αυστηρός; Μήπως δεν ήμουν αρκετά παρών; Ή μήπως απλώς μεγαλώσαμε και χαθήκαμε μέσα στις υποχρεώσεις;
Ξαφνικά, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Πετάχτηκα σαν να ξύπνησα από λήθαργο. Ποιος να ήταν τέτοια ώρα; Άνοιξα διστακτικά και είδα μπροστά μου τη Μαρία, τη νύφη μου, με τον μικρό Γιωργάκη στην αγκαλιά.
«Συγγνώμη που ερχόμαστε έτσι ξαφνικά», είπε χαμηλόφωνα η Μαρία. «Ο Νίκος έπρεπε να φύγει για μια δουλειά τελευταία στιγμή κι εγώ… δεν άντεχα άλλο στο σπίτι μόνη.»
Ο μικρός με κοίταξε με τα μεγάλα του μάτια και άπλωσε τα χέρια του. «Παππού!» φώναξε χαρούμενος.
Η καρδιά μου σκίρτησε. Τον πήρα αγκαλιά και ένιωσα ξανά ζωντανός. Η Μαρία μπήκε μέσα διστακτικά και κάθισε στην κουζίνα.
«Θέλεις καφέ;» τη ρώτησα.
«Ναι… ευχαριστώ», απάντησε αμήχανα.
Καθίσαμε σιωπηλοί για λίγο, ενώ ο Γιωργάκης έπαιζε με τα παιχνίδια του στο πάτωμα.
«Ξέρεις…» ξεκίνησε η Μαρία διστακτικά, «ο Νίκος είναι πολύ πιεσμένος τελευταία. Δεν μιλάει σε κανέναν. Ούτε σε μένα… ούτε σε σένα.»
Την κοίταξα στα μάτια. «Το ξέρω», είπα ήρεμα. «Αλλά δεν ξέρω πώς να τον πλησιάσω πια.»
Η Μαρία χαμογέλασε θλιμμένα. «Ίσως πρέπει να κάνεις εσύ το πρώτο βήμα.»
Σηκώθηκα και πήγα κοντά στον μικρό. Τον πήρα αγκαλιά και ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου.
Το απόγευμα κύλησε όμορφα. Παίξαμε όλοι μαζί, γελάσαμε, φτιάξαμε κουλουράκια και ο Γιωργάκης ζωγράφισε μια καρδιά για μένα.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν, η Μαρία με αγκάλιασε σφιχτά.
«Σε ευχαριστώ», μου ψιθύρισε.
Έμεινα μόνος ξανά, αλλά αυτή τη φορά ένιωθα διαφορετικά. Πήρα το τηλέφωνο και κάλεσα τον Νίκο.
«Γιε μου… θέλω να σου πω κάτι», είπα μόλις απάντησε.
«Τι έγινε, μπαμπά; Όλα καλά;»
«Όλα καλά… Απλώς ήθελα να σου πω ότι σε αγαπάω και ότι μου λείπεις.»
Ακούστηκε μια παύση στην άλλη γραμμή.
«Κι εμένα μπαμπά… Συγγνώμη που δεν ήρθα σήμερα.»
«Δεν πειράζει… Να προσέχεις τον εαυτό σου και την οικογένειά σου.»
Έκλεισα το τηλέφωνο με ένα χαμόγελο στα χείλη.
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, σκέφτομαι: Πόσες φορές αφήνουμε την περηφάνια μας να μας χωρίζει από τους ανθρώπους που αγαπάμε; Μήπως τελικά η συγχώρεση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας;