Όταν το παιδί σου σε ξεχνά: Η ιστορία μιας μάνας από τη Θεσσαλονίκη που παλεύει με τη μοναξιά και την αγάπη

«Νίκο, πότε θα έρθεις να με δεις;» Η φωνή μου ακούγεται αδύναμη στο τηλέφωνο, σχεδόν ικετευτική. Από την άλλη άκρη της γραμμής, ακούω μια μικρή παύση, ένα ξεφύσημα. «Μάνα, έχω πολλή δουλειά αυτή την περίοδο. Ξέρεις πώς είναι στην Αθήνα. Θα προσπαθήσω το Πάσχα.»

Κλείνω το τηλέφωνο και το κρατάω σφιχτά στα χέρια μου, σαν να μπορώ έτσι να κρατήσω και τον ίδιο κοντά μου. Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα, αλλά τα σκουπίζω γρήγορα. Δεν θέλω να με δει η γειτόνισσα, η κυρά-Ελένη, που πάντα ρωτάει «Τι κάνει ο Νίκος σου; Σε θυμάται;».

Ο Νίκος ήταν το μοναδικό μου παιδί. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, πέθανε νωρίς – τον πήρε ο καρκίνος όταν ο Νίκος ήταν μόλις δεκατριών. Από τότε, ήμασταν οι δυο μας. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μη του λείψει τίποτα. Δούλευα καθαρίστρια σε σπίτια, έπλενα σκάλες, έραβα ρούχα τα βράδια. Όλα για να σπουδάσει, να γίνει κάποιος, να φύγει από τη φτώχεια.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που πήρε το πτυχίο του από το Πολυτεχνείο. Πόσο περήφανη ήμουν! Έκλαιγα και γελούσα μαζί, κι εκείνος με αγκάλιασε: «Μάνα, όλα αυτά είναι για σένα.»

Κι ύστερα ήρθε η Ελένη. Μια όμορφη κοπέλα από την Αθήνα, με γονείς δικηγόρους και σπίτι στη Γλυφάδα. Ο Νίκος την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Την έφερε μια φορά στη Θεσσαλονίκη, να τη γνωρίσω. Ήταν ευγενική, αλλά ψυχρή. Δεν ήξερε να φτιάχνει ούτε καφέ ελληνικό. «Στη μαμά μου τον φτιάχνει η οικιακή βοηθός», είπε γελώντας. Ένιωσα ένα αγκάθι στην καρδιά μου.

Μετά τον γάμο, μετακόμισαν στην Αθήνα. Στην αρχή, ο Νίκος με έπαιρνε συχνά τηλέφωνο. Μιλούσαμε για τα πάντα: τη δουλειά του, τα προβλήματα, τα όνειρά του. Όμως σιγά-σιγά οι κλήσεις αραίωσαν. Πάντα βιαστικός, πάντα κουρασμένος. «Η Ελένη θέλει να πάμε στους γονείς της», «Έχουμε τραπέζι με φίλους», «Έχω δουλειά». Κι εγώ, μόνη στο διαμέρισμα της Τούμπας, να μετράω τις μέρες μέχρι να τον ξαναδώ.

Τα Χριστούγεννα ήρθαν και πέρασαν χωρίς να έρθει. Το Πάσχα το ίδιο. Μόνο μια κάρτα και ένα κουτί σοκολατάκια. Η κυρά-Ελένη με ρώτησε πάλι: «Δεν ήρθε ο Νίκος;» Ένιωσα να πνίγομαι από ντροπή και θυμό.

Μια μέρα, αποφάσισα να πάρω το τρένο και να πάω Αθήνα. Δεν τους είχα ειδοποιήσει. Ήθελα να κάνω έκπληξη. Όταν έφτασα, η Ελένη άνοιξε την πόρτα και με κοίταξε ξαφνιασμένη. «Δεν μας είπες ότι θα έρθεις», είπε ψυχρά. Ο Νίκος ήταν στη δουλειά. Περίμενα ώρες να γυρίσει. Όταν μπήκε, με αγκάλιασε βιαστικά. «Μάνα, δεν μπορούσες να με ειδοποιήσεις; Έχουμε πολλά στο κεφάλι μας.»

Το βράδυ, στο τραπέζι, η Ελένη μιλούσε μόνο για ταξίδια, εστιατόρια και φίλους. Εγώ προσπαθούσα να πω για τη γειτονιά, για τα παλιά, αλλά κανείς δεν άκουγε. Ένιωθα ξένη στο ίδιο μου το αίμα.

Την επόμενη μέρα, ο Νίκος έφυγε νωρίς για τη δουλειά. Η Ελένη μού είπε διακριτικά ότι έχουν πολλά να κάνουν και ίσως θα ήταν καλύτερα να επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη. Έφυγα με βαριά καρδιά. Στο τρένο έκλαιγα σιωπηλά.

Από τότε, μιλάμε όλο και πιο σπάνια. Μια φορά τον μήνα, ίσως και λιγότερο. Όταν του λέω ότι μου λείπει, απαντάει: «Μάνα, μεγάλωσα πια. Έχω δική μου οικογένεια.» Μα εγώ; Δεν είμαι πια οικογένεια;

Η μοναξιά είναι βαρύ πράγμα. Οι φίλες μου έχουν εγγόνια, γεμίζουν τα σπίτια τους φωνές και γέλια. Εγώ έχω μόνο φωτογραφίες και αναμνήσεις. Κάθε βράδυ κοιτάζω το κινητό, μήπως έχει μήνυμα. Τίποτα. Μόνο διαφημίσεις και λογαριασμοί.

Πριν λίγες μέρες, έπεσα και χτύπησα το πόδι μου. Πήγα στο νοσοκομείο μόνη. Ο Νίκος δεν το έμαθε ποτέ – δεν ήθελα να τον ανησυχήσω. Αλλά μέσα μου ήλπιζα να με πάρει ένα τηλέφωνο, να ρωτήσει αν είμαι καλά. Δεν πήρε.

Σκέφτομαι συχνά τα λάθη μου. Μήπως τον πίεσα πολύ; Μήπως του έδωσα τα πάντα και δεν του έμαθα να δίνει πίσω; Μήπως η Ελένη τον απομάκρυνε ή μήπως απλώς μεγάλωσε και ξέχασε τη μάνα του;

Μια μέρα, η κυρά-Ελένη μού είπε: «Μην τον κατηγορείς. Τα παιδιά σήμερα έχουν άλλες προτεραιότητες.» Μα εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ. Η μάνα είναι μάνα, ό,τι κι αν γίνει.

Τώρα, κάθε πρωί ξυπνάω και λέω στον εαυτό μου: «Σήκω, Μαρία. Έχεις ακόμα ζωή μπροστά σου.» Πηγαίνω στη λαϊκή, μιλάω με τις γειτόνισσες, φροντίζω τα λουλούδια στο μπαλκόνι. Αλλά η καρδιά μου είναι πάντα μισή.

Αν μπορούσα να του πω μόνο ένα πράγμα, θα ήταν: «Νίκο μου, δεν θέλω τίποτα άλλο παρά να ξέρω ότι με σκέφτεσαι.»

Και τώρα ρωτάω εσάς: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πόσο αντέχει μια μάνα να περιμένει; Είναι ποτέ αργά να ξαναβρείς το παιδί σου;