Αν αύριο δεν βρω τα λεφτά, θα χωρίσουμε – Η ιστορία της Κατερίνας
«Αν αύριο δεν βρεις τα λεφτά, Κατερίνα, τελειώσαμε. Δεν μπορώ άλλο αυτή την αβεβαιότητα!»
Η φωνή του Πέτρου αντηχούσε στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια. Τα λόγια του έπεσαν πάνω μου σαν βαρύ χαλάζι. Τον κοίταξα, με τα μάτια μου να καίνε από θυμό και απογοήτευση. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς γίνεται ο άνθρωπος που ονειρεύτηκα να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί του, να με απειλεί με τέτοιο τρόπο;
«Πέτρο, δεν είναι τόσο απλό. Ξέρεις πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Η δουλειά μου στο φροντιστήριο δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Εσύ δουλεύεις μόνο τα απογεύματα στο καφέ του θείου σου. Πού να βρω τόσα λεφτά μέσα σε μια μέρα;»
Γύρισε την πλάτη του. «Δεν με νοιάζει. Κουράστηκα να πληρώνω εγώ τα πάντα. Αν δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου, τότε δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Θυμήθηκα τη μάνα μου να μου λέει μικρή: «Να προσέχεις ποιον διαλέγεις, Κατερίνα. Οι άνθρωποι αλλάζουν όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.» Τότε γελούσα. Τώρα, όμως, ήθελα να κλάψω.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας, μετρώντας τα ψιλά που είχα στο πορτοφόλι. Δεκατρία ευρώ και κάτι ψιλά. Το ενοίκιο είχε μείνει απλήρωτο, το ρεύμα απειλούσε να κοπεί. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν τρία χρόνια από καρκίνο, αφήνοντας μας με χρέη. Η μάνα μου ζούσε με μια πενιχρή σύνταξη στο χωριό, στα Τρίκαλα. Δεν ήθελα να της ζητήσω βοήθεια. Ήξερα πως δεν είχε.
Το κινητό μου χτύπησε. Ήταν η Άννα, η παιδική μου φίλη. «Έλα, Κατερίνα, τι κάνεις;»
Η φωνή της με έκανε να λυγίσω. «Δεν είμαι καλά, Άννα. Ο Πέτρος… μου έθεσε τελεσίγραφο. Αν δεν βρω λεφτά αύριο, θα με αφήσει.»
«Τι λες τώρα; Αυτός που σου έλεγε πως θα σε αγαπάει για πάντα;»
«Ναι…»
«Άκουσέ με. Μην αφήσεις κανέναν να σε εκβιάζει έτσι. Έλα να μείνεις μαζί μου όσο χρειαστεί. Τα λεφτά βρίσκονται, η αξιοπρέπεια όχι.»
Έκλεισα το τηλέφωνο με δάκρυα στα μάτια. Ήξερα πως είχε δίκιο. Αλλά η καρδιά μου πονούσε. Είχα επενδύσει τόσα χρόνια σε αυτή τη σχέση. Είχαμε όνειρα, σχέδια για γάμο, παιδιά. Πώς γίνεται να γκρεμίζονται όλα για λίγα ευρώ;
Το πρωί ο Πέτρος έφυγε χωρίς να μου μιλήσει. Άκουσα την πόρτα να κλείνει δυνατά. Έμεινα μόνη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και τηλεφώνησα στη μάνα μου.
«Μάνα…»
«Τι έχεις, παιδί μου; Η φωνή σου δεν είναι καλή.»
«Τίποτα… απλώς ήθελα να ακούσω τη φωνή σου.»
«Κατερίνα, αν έχεις πρόβλημα, να μου το πεις. Μπορεί να μην έχω πολλά, αλλά θα βρούμε μια λύση.»
Δεν άντεξα. Ξέσπασα σε κλάματα. Της είπα τα πάντα. Για τον Πέτρο, για τα λεφτά, για το φόβο μου να μείνω μόνη.
«Άκουσέ με καλά. Κανένας άντρας που σε αγαπάει πραγματικά δεν θα σου φερθεί έτσι. Να θυμάσαι ποια είσαι. Εγώ σε μεγάλωσα με αξιοπρέπεια. Μην την πουλήσεις για κανέναν.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ποια ήμουν; Μια γυναίκα που παρακαλάει για λίγη αγάπη ή μια γυναίκα που αξίζει κάτι καλύτερο;
Το μεσημέρι γύρισε ο Πέτρος. Είχε θυμό στο βλέμμα του.
«Λοιπόν; Βρήκες τα λεφτά;»
«Όχι. Και ούτε πρόκειται να τα βρω. Αν αυτό σημαίνει ότι τελειώσαμε, τότε ας τελειώσουμε.»
Έμεινε άφωνος. Δεν περίμενε να του αντιμιλήσω. Πάντα ήμουν εκείνη που υποχωρούσε. Εκείνη που ζητούσε συγγνώμη, ακόμα κι όταν δεν έφταιγε.
«Κατερίνα, μην κάνεις έτσι. Ξέρεις ότι σε αγαπάω, αλλά…»
«Όχι, Πέτρο. Δεν με αγαπάς. Αν με αγαπούσες, δεν θα με έβαζες να διαλέξω ανάμεσα στα λεφτά και στην αξιοπρέπειά μου.»
Έφυγε χωρίς να πει άλλη λέξη. Έμεινα μόνη στο σπίτι που κάποτε ήταν γεμάτο γέλια και όνειρα. Τώρα μόνο σιωπή.
Τις επόμενες μέρες ήταν δύσκολα. Έπρεπε να βρω δουλειά με καλύτερο μισθό. Έστειλα βιογραφικά παντού: σε φροντιστήρια, σε γραφεία, ακόμα και για σερβιτόρα σε καφετέριες στο κέντρο. Η Άννα με φιλοξένησε για λίγο μέχρι να σταθώ στα πόδια μου.
Η μάνα μου με στήριζε με λόγια και προσευχές. «Θα τα καταφέρεις, Κατερίνα. Είσαι δυνατή.»
Ένα απόγευμα, καθώς περπατούσα στην Πανεπιστημίου, συνάντησα τυχαία τον παλιό μου καθηγητή, τον κύριο Σταύρο.
«Κατερίνα! Τι κάνεις; Χάθηκες!»
Του τα είπα όλα. Με άκουσε προσεκτικά.
«Έχω μια θέση στο φροντιστήριο που άνοιξε στη Νέα Σμύρνη. Θέλεις να έρθεις;»
Δεν πίστευα στην τύχη μου. Την επόμενη μέρα ξεκίνησα δουλειά. Ο μισθός ήταν καλύτερος, το περιβάλλον ζεστό. Σιγά σιγά ξαναβρήκα τον εαυτό μου.
Ο Πέτρος προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί μου. Μου έστειλε μήνυμα: «Συγγνώμη για όλα. Μου λείπεις.» Δεν απάντησα. Είχα μάθει πια πως η αγάπη χωρίς σεβασμό δεν αξίζει τίποτα.
Ένα βράδυ, καθισμένη στο μπαλκόνι της Άννας, κοιτούσα τα φώτα της Αθήνας και σκεφτόμουν πόσο άλλαξα μέσα σε λίγες μέρες. Πόσο δυνατή έγινα όταν πίστεψα στον εαυτό μου.
Αλήθεια, πόσες γυναίκες στην Ελλάδα βρίσκονται στη θέση μου; Πόσες αναγκάζονται να διαλέξουν ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την αγάπη; Και τελικά… αξίζει να θυσιάζουμε τον εαυτό μας για κάποιον που δεν μας σέβεται;
Περιμένω να ακούσω τις δικές σας ιστορίες. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;