Ο τοκετός που κανείς δεν περίμενε: Η μάχη μου για τη ζωή και την οικογένειά μου
«Μαμά, πονάω! Δεν αντέχω άλλο!» φώναξα μέσα στη νύχτα, με τα χέρια μου να σφίγγουν το σεντόνι. Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, πετάχτηκε από το κρεβάτι της. «Σταμάτα να κάνεις έτσι, Μαρία! Είναι νωρίς ακόμα, έχεις καιρό μέχρι να γεννήσεις!» είπε με εκείνο το γνώριμο ύφος που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή και ανήμπορη. Αλλά εγώ ήξερα. Το σώμα μου ούρλιαζε.
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, κοιμόταν στον καναπέ του σαλονιού. Είχαμε μαλώσει πάλι το προηγούμενο βράδυ. Για τα λεφτά, για τη δουλειά του που τον κρατούσε μακριά, για τη μάνα του που ανακατευόταν σε όλα. Εκείνη τη στιγμή όμως, όλα αυτά έμοιαζαν ασήμαντα. «Γιάννη! Ξύπνα! Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο!» φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει.
Στο αυτοκίνητο, η ένταση ήταν ηλεκτρισμένη. Η μητέρα μου έλεγε πως υπερβάλλω, ο Γιάννης οδηγούσε σιωπηλός, με τα χέρια του να τρέμουν στο τιμόνι. Η πεθερά μου, η κυρία Σοφία, είχε ήδη πάρει τηλέφωνο και ρωτούσε αν θα έρθει κι αυτή. «Όχι τώρα, Σοφία! Άσε μας ήσυχους!» της φώναξε ο Γιάννης και της έκλεισε το τηλέφωνο στη μούρη.
Στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού, οι γιατροί με έβαλαν αμέσως σε εξεταστικό κρεβάτι. «Έχεις διαστολή οκτώ εκατοστά! Πρέπει να μπεις αμέσως στο χειρουργείο!» είπε η μαία. Ο Γιάννης χλώμιασε. Η μητέρα μου άρχισε να σταυροκοπιέται. Εγώ ένιωθα πως χανόμουν.
«Μαμά, φοβάμαι…» ψιθύρισα. Εκείνη με κοίταξε αυστηρά: «Τώρα θα γίνεις μάνα κι εσύ. Κράτα γερά!»
Οι πόνοι έγιναν αφόρητοι. Θυμάμαι μόνο φωνές, φώτα, τον ιδρώτα να κυλάει στο μέτωπό μου. Κάποια στιγμή άκουσα τον γιατρό να φωνάζει: «Χάνουμε το μωρό! Πίεση πέφτει!»
Όλα σκοτείνιασαν.
Ξύπνησα σε ένα δωμάτιο γεμάτο μηχανήματα. Ο Γιάννης καθόταν δίπλα μου με κόκκινα μάτια. Η μητέρα μου μιλούσε χαμηλόφωνα με τον γιατρό έξω από την πόρτα. «Τι έγινε; Πού είναι το μωρό;» ρώτησα τρέμοντας.
Ο Γιάννης πήρε το χέρι μου: «Το μωρό είναι στη ΜΕΝΝ… Παλεύει.»
Έκλαψα τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει η καρδιά μου. Η μητέρα μου μπήκε μέσα: «Εσύ φταις! Αν δεν είχες αγχωθεί τόσο με τα προβλήματα σας…»
«Μαμά, σταμάτα! Δεν είναι ώρα τώρα!» φώναξε ο Γιάννης.
Οι μέρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Το μωρό μας, ο μικρός Νικόλας, έδινε μάχη για τη ζωή του. Κάθε μέρα πήγαινα στη ΜΕΝΝ και τον έβλεπα μέσα στις σωληνώσεις. Η μητέρα μου δεν έχανε ευκαιρία να με κατηγορεί: «Αν είχες προσέξει περισσότερο… Αν δεν είχες αφήσει τον Γιάννη να σε στεναχωρεί…»
Η πεθερά μου ερχόταν κάθε μέρα στο νοσοκομείο και τσακωνόταν με τη μάνα μου για το ποια φταίει περισσότερο. Ο Γιάννης είχε κλειστεί στον εαυτό του. Δεν μιλούσαμε πια.
Ένα απόγευμα, καθώς καθόμουν δίπλα στην θερμοκοιτίδα του Νικόλα, ήρθε η μαία και κάθισε δίπλα μου.
«Μαρία, πρέπει να φροντίσεις και τον εαυτό σου…»
«Πώς; Όταν όλη η οικογένειά μου διαλύεται; Όταν όλοι με κατηγορούν;»
«Δεν φταις εσύ… Μερικές φορές απλώς συμβαίνει.»
Αλλά τα λόγια της δεν με παρηγορούσαν. Ένιωθα μόνη. Οι φίλες μου είχαν εξαφανιστεί – κανείς δεν ήξερε τι να πει. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει χρόνια πριν και ο αδερφός μου ζούσε στη Γερμανία.
Κάθε βράδυ προσευχόμουν να ζήσει ο Νικόλας. Και κάθε πρωί ξυπνούσα με ενοχές – μήπως εγώ προκάλεσα όλο αυτό;
Μια μέρα, καθώς περίμενα έξω από τη ΜΕΝΝ, άκουσα τη μητέρα μου να μιλάει με την πεθερά μου:
«Αν η Μαρία δεν ήταν τόσο αγχώδης…»
«Και ο Γιάννης; Πού ήταν όταν έπρεπε;»
«Εσείς οι πεθερές μόνο να ανακατεύεστε ξέρετε!»
Ήθελα να ουρλιάξω: «ΦΤΑΝΕΙ! Δεν αντέχω άλλο!»
Το βράδυ εκείνο γύρισα σπίτι μόνη – ο Γιάννης είχε φύγει για δουλειά και οι μανάδες είχαν μείνει στο νοσοκομείο. Έκατσα στο πάτωμα της κουζίνας και έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου.
Την επόμενη μέρα πήγα στη ΜΕΝΝ αποφασισμένη να μιλήσω στον Γιάννη.
«Γιάννη, δεν αντέχω άλλο έτσι… Πρέπει να είμαστε μαζί σε αυτό ή αλλιώς…»
Με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια: «Κι εγώ φοβάμαι… Δεν ξέρω τι να κάνω…»
Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά μπροστά στη θερμοκοιτίδα του Νικόλα. Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες ένιωσα ότι δεν είμαι μόνη.
Οι μέρες πέρασαν και ο Νικόλας άρχισε σιγά σιγά να βελτιώνεται. Οι γιατροί μας έδιναν ελπίδες αλλά τίποτα δεν ήταν σίγουρο.
Η μητέρα μου συνέχισε να με πιέζει: «Πρέπει να προσέχεις! Να μην κάνεις τίποτα λάθος!» Η πεθερά μου έφερνε κάθε μέρα φαγητό και συμβουλές που δεν ζητούσα ποτέ.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμασταν όλοι μαζί στο σπίτι – για πρώτη φορά μετά από καιρό – ξέσπασε καβγάς.
«Εσύ φταις που το παιδί γεννήθηκε πρόωρα!» φώναξε η μητέρα μου στον Γιάννη.
«Και εσύ που την αγχώνεις συνέχεια!» απάντησε εκείνος.
Η πεθερά μου μπήκε στη μέση: «Σταματήστε! Το παιδί σας χρειάζεται ενότητα!»
Σηκώθηκα όρθια και τους κοίταξα όλους:
«ΦΤΑΝΕΙ! Δεν αντέχω άλλο τις κατηγορίες σας! Το παιδί μας παλεύει για τη ζωή του κι εσείς τσακώνεστε για το ποιος φταίει; Αν θέλετε να βοηθήσετε, σταματήστε! Αλλιώς φύγετε όλοι!»
Έπεσε σιωπή. Για πρώτη φορά ένιωσα δυνατή – όχι μόνο ως μάνα αλλά και ως άνθρωπος.
Την επόμενη μέρα οι γιατροί μας είπαν ότι ο Νικόλας μπορεί να βγει από τη ΜΕΝΝ σε λίγες μέρες. Έκλαψα από χαρά αλλά και από ανακούφιση.
Όταν γυρίσαμε σπίτι όλοι μαζί – εγώ, ο Γιάννης και ο μικρός μας – τίποτα δεν ήταν ίδιο όπως πριν. Οι πληγές υπήρχαν ακόμα αλλά ήμασταν ενωμένοι.
Συχνά αναρωτιέμαι: Αν είχα κάνει κάτι διαφορετικά; Αν είχα μιλήσει νωρίτερα; Αν είχα βάλει όρια στις οικογένειές μας; Θα μπορούσαμε να είχαμε γλιτώσει όλο αυτό τον πόνο;
Ή μήπως τελικά μόνο μέσα από τον πόνο μαθαίνουμε τι σημαίνει πραγματική οικογένεια;