Ατελείωτο κλάμα από το διαμέρισμα 3Β: Τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει διαφορετικά;
«Μαμά, γιατί κλαίει πάλι το παιδί;» Η φωνή της μικρής μου κόρης, της Ελένης, με βρήκε στη μέση της κουζίνας, με τα χέρια βουτηγμένα στο νερό. Ήταν βράδυ, κι από το διαμέρισμα 3Β ακουγόταν για άλλη μια φορά εκείνο το σπαρακτικό, ατελείωτο κλάμα. Ένα κλάμα που είχε γίνει η μόνιμη μουσική υπόκρουση της πολυκατοικίας μας στην Κυψέλη.
«Δεν ξέρω, αγάπη μου…» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρύψω την ανησυχία μου. Κοίταξα έξω από το παράθυρο της κουζίνας, προς το φωτισμένο μπαλκόνι του 3Β. Οι κουρτίνες ήταν πάντα τραβηγμένες. Ποτέ δεν είχα δει το παιδί. Μόνο άκουγα.
Το ίδιο βράδυ, στο ασανσέρ, συνάντησα τη Μαρία από το 2Α. «Άκουσες πάλι το παιδί;» με ρώτησε χαμηλόφωνα, σχεδόν ντροπιασμένα. «Δεν αντέχω άλλο… Κάτι πρέπει να κάνουμε.»
«Και τι να κάνουμε;» απάντησα σχεδόν αμυντικά. «Να μπλέξουμε; Αν είναι απλώς δύσκολο παιδί; Ή αν οι γονείς του θυμώσουν μαζί μας;»
Η Μαρία έσκυψε το κεφάλι. «Ξέρεις τι λένε για τον πατέρα του…»
Όλοι ξέραμε. Ο κύριος Σταύρος, ένας άντρας με βαριά φωνή και σκληρό βλέμμα, που δεν μιλούσε ποτέ σε κανέναν. Η γυναίκα του, η κυρία Κατερίνα, φαινόταν πάντα φοβισμένη, με τα μάτια χαμηλωμένα και τα χέρια της να τρέμουν όταν κρατούσε τις σακούλες του σούπερ μάρκετ.
Τις επόμενες μέρες, το κλάμα συνέχισε. Μερικές φορές συνοδευόταν από φωνές – αντρικές, θυμωμένες φωνές – και ήχους που έκαναν το αίμα μου να παγώνει. Κάθε φορά που άκουγα κάτι τέτοιο, έσφιγγα τα δόντια και έλεγα στον εαυτό μου πως δεν είναι δική μου δουλειά. Πως δεν ξέρω τι πραγματικά συμβαίνει.
Ένα βράδυ, καθώς έβαζα την Ελένη για ύπνο, εκείνη με κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια γεμάτα αγωνία. «Μαμά, φοβάμαι για το παιδάκι στο 3Β. Μπορούμε να το βοηθήσουμε;»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Τι παράδειγμα έδινα στο παιδί μου; Να αγνοεί τον πόνο των άλλων; Να φοβάται να μιλήσει;
Την επόμενη μέρα, στη λαϊκή αγορά, συνάντησα τη γειτόνισσα του 4ου, τη θεία Σοφία. «Εγώ πάντως θα πάρω την αστυνομία αν ξανακούσω τέτοιο πράγμα», είπε αποφασιστικά. «Δεν θα έχω βάρος στη συνείδησή μου.»
Γύρισα σπίτι με τα ψώνια και στάθηκα μπροστά στην πόρτα του 3Β. Άκουγα μέσα σιγανές φωνές και κάτι σαν λυγμούς. Το χέρι μου πήγε να χτυπήσει την πόρτα, αλλά το τράβηξα πίσω τελευταία στιγμή. Τι θα έλεγα; Πώς θα αντιδρούσαν;
Το ίδιο βράδυ μαζευτήκαμε μερικοί γείτονες στη σκάλα. Η Μαρία, η θεία Σοφία κι εγώ. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι», είπε η Μαρία. «Αν συμβεί κάτι χειρότερο;»
«Να καλέσουμε την αστυνομία», πρότεινε η θεία Σοφία.
«Και αν κάνουμε λάθος; Αν είναι απλώς μια δύσκολη οικογένεια;» είπα εγώ, νιώθοντας ντροπή για τη δειλία μου.
Τελικά δεν κάναμε τίποτα εκείνο το βράδυ. Ούτε το επόμενο. Το κλάμα συνεχιζόταν, αλλά εμείς συνεχίζαμε να ζούμε τις ζωές μας – να πηγαίνουμε στη δουλειά, να μαγειρεύουμε, να βλέπουμε τηλεόραση τα βράδια.
Μέχρι που ένα πρωί ξύπνησα από τις σειρήνες της αστυνομίας και του ΕΚΑΒ κάτω από το σπίτι μας. Βγήκα στο μπαλκόνι και είδα τους αστυνομικούς να ανεβαίνουν τρέχοντας τις σκάλες. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.
Λίγη ώρα μετά, κατέβασαν ένα φορείο με ένα μικρό σώμα σκεπασμένο με λευκό σεντόνι. Η κυρία Κατερίνα ούρλιαζε στην είσοδο, ενώ ο κύριος Σταύρος στεκόταν δίπλα της ανέκφραστος.
Όλη η πολυκατοικία είχε μαζευτεί στο πεζοδρόμιο. Κανείς δεν μιλούσε. Όλοι κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον με ενοχές και φόβο.
Η αστυνομία είπε πως το παιδί είχε κακοποιηθεί για μήνες. Πως αν κάποιος είχε μιλήσει νωρίτερα, ίσως να είχε σωθεί.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Το πρόσωπο της Ελένης με κυνηγούσε – τα μάτια της γεμάτα ερωτήσεις που δεν μπορούσα να απαντήσω.
Τι θα πω στην κόρη μου όταν μεγαλώσει και με ρωτήσει γιατί δεν κάναμε τίποτα; Πώς θα ζήσω με τη σκέψη ότι ίσως να μπορούσα να είχα σώσει ένα παιδί;
Ακόμα και τώρα, χρόνια μετά, κάθε φορά που ακούω παιδικό κλάμα στη γειτονιά παγώνω. Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς σιωπούμε από φόβο ή αδιαφορία; Και πόσο κοστίζει τελικά αυτή η σιωπή;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα βρίσκατε το θάρρος να μιλήσετε ή θα αφήνατε τον φόβο να σας κρατήσει πίσω όπως εμένα;