«Κάθε μέρα ξαναμαγειρεύω, γιατί ο Νίκος αρνείται τα περισσεύματα»: Η ιστορία μου για την εξάντληση και την αναζήτηση κατανόησης

«Πάλι τα ίδια, Ελένη; Δεν σου είπα ότι δεν θέλω χθεσινό φαγητό;»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση θυμού. Στέκομαι μπροστά στον νεροχύτη, με τα χέρια βουτηγμένα στο νερό, και προσπαθώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω αυτό. Κάθε μέρα, εδώ και πέντε χρόνια, το ίδιο σκηνικό: εγώ να προσπαθώ να προλάβω τα πάντα, κι εκείνος να γυρίζει το πιάτο του αν δεν είναι όλα φρέσκα.

«Νίκο, δεν προλαβαίνω πάντα να μαγειρεύω από την αρχή. Έχω κι εγώ δουλειά, ξέρεις…» ψιθυρίζω, αλλά ξέρω πως δεν θα με ακούσει. Ή μάλλον, δεν θέλει να με ακούσει. Εκείνος κάθεται στον καναπέ, με το κινητό στο χέρι, χαμένος στον κόσμο του.

Η μητέρα μου πάντα έλεγε πως «ο άντρας πρέπει να τρώει καλά». Το ίδιο έλεγε και η πεθερά μου, όταν ήρθε να μείνει μαζί μας για λίγο μετά τον γάμο. «Ελένη μου, ο Νίκος έχει μάθει στα φρέσκα. Μην τον αφήνεις νηστικό.» Τότε γελούσα και νόμιζα πως ήταν υπερβολές της παλιάς γενιάς. Τώρα όμως, κάθε μέρα που περνάει, νιώθω πως πνίγομαι σε μια θάλασσα από κατσαρόλες και τηγάνια.

Σήμερα ήταν μια δύσκολη μέρα στη δουλειά. Η Μαρία, η συνάδελφός μου, αρρώστησε και έπρεπε να καλύψω τη βάρδιά της. Έφυγα από το γραφείο στις επτά, έτρεξα στο σούπερ μάρκετ για να πάρω φρέσκο κοτόπουλο – γιατί ο Νίκος δεν τρώει τίποτα που έχει μπει στην κατάψυξη – και μετά σπίτι. Μόλις μπήκα, με περίμενε εκείνο το βλέμμα: «Τι θα φάμε;»

«Έχει μείνει γεμιστά από χθες…» τόλμησα να πω. Και τότε ήρθε η έκρηξη.

«Δεν μπορώ άλλο τα ίδια και τα ίδια! Θέλω κάτι φρέσκο! Τι σου ζητάω;»

Τι μου ζητάει; Να είμαι τέλεια. Να είμαι πάντα εκεί, πάντα πρόθυμη, πάντα χαμογελαστή. Να μην κουράζομαι ποτέ. Να μην έχω ανάγκες. Να μην παραπονιέμαι.

Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι τον εαυτό μου πριν τον γάμο. Ήμουν γεμάτη όνειρα. Ήθελα να ταξιδέψω, να γράψω ένα βιβλίο, να μάθω ιταλικά. Τώρα το μόνο που μαθαίνω είναι νέες συνταγές και τρόπους να κρύβω την κούρασή μου.

Το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν και ο Νίκος έχει αποκοιμηθεί μπροστά στην τηλεόραση, κάθομαι στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί. Η Αθήνα απλώνεται μπροστά μου φωτισμένη, αλλά εγώ νιώθω μόνη. Τα παιδιά της πολυκατοικίας παίζουν ακόμα στην αυλή – γελάνε, τσακώνονται, ζουν. Εγώ; Ζω ή απλώς επιβιώνω;

Την επόμενη μέρα ξυπνάω πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Σηκώνομαι αθόρυβα για να μην ξυπνήσω τον Νίκο και μπαίνω στην κουζίνα. Βάζω καφέ και αρχίζω να ετοιμάζω αυγά με μπέικον – το αγαπημένο του πρωινό. Κοιτάζω το ρολόι: 06:10. Σε μία ώρα πρέπει να φύγω για τη δουλειά.

Η μητέρα μου με παίρνει τηλέφωνο.

«Ελένη μου, πώς είσαι;»

«Καλά μαμά…» λέω ψέματα.

«Φαίνεσαι κουρασμένη τελευταία. Ο Νίκος βοηθάει καθόλου;»

Σιωπή. Τι να της πω; Ότι ο Νίκος θεωρεί πως οι δουλειές του σπιτιού είναι «γυναικεία υπόθεση»; Ότι αν του ζητήσω να βάλει ένα πλυντήριο ή να σκουπίσει θα στραβώσει το στόμα του;

«Όλα καλά μαμά», απαντώ τελικά.

Στη δουλειά η Μαρία με ρωτάει:

«Πώς τα προλαβαίνεις όλα; Εγώ ούτε για καφέ δεν έχω χρόνο!»

Χαμογελάω αμήχανα.

«Δεν τα προλαβαίνω… Απλώς προσπαθώ.»

Το απόγευμα γυρίζοντας σπίτι βλέπω την κυρία Κατερίνα από τον τρίτο όροφο να κουβαλάει σακούλες.

«Να σε βοηθήσω;» της λέω.

«Εσύ κορίτσι μου είσαι πάντα τόσο ευγενική… Ο άντρας σου σε βοηθάει καθόλου;»

Όλοι την ίδια ερώτηση κάνουν τελευταία. Μήπως φαίνεται τόσο πολύ η κούρασή μου;

Το βράδυ αποφασίζω να μιλήσω στον Νίκο.

«Νίκο, πρέπει να σου πω κάτι.»

Με κοιτάζει ενοχλημένος που διακόπτω το ποδόσφαιρο.

«Τι έγινε πάλι;»

Παίρνω βαθιά ανάσα.

«Δεν αντέχω άλλο αυτό το καθημερινό μαγείρεμα από την αρχή. Είμαι κουρασμένη. Θέλω κι εγώ λίγο χρόνο για μένα.»

Σηκώνει τους ώμους.

«Εγώ τι φταίω; Εσύ ήθελες να δουλεύεις κι έξω από το σπίτι.»

Τα λόγια του με χτυπάνε σαν χαστούκι. Γιατί πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στη δουλειά και στην οικογένεια; Γιατί πρέπει εγώ να θυσιάζομαι πάντα;

Την επόμενη μέρα αποφασίζω να μην μαγειρέψω τίποτα φρέσκο. Ζεσταίνω τα γεμιστά από προχθές και τα βάζω στο τραπέζι.

Ο Νίκος μπαίνει στην κουζίνα και μυρίζει τον αέρα.

«Πάλι τα ίδια;»

Τον κοιτάζω στα μάτια.

«Ναι, πάλι τα ίδια. Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να μαγειρέψεις μόνος σου.»

Για πρώτη φορά μένει άφωνος. Δεν λέει τίποτα. Παίρνει το πιάτο και κάθεται στο τραπέζι σιωπηλός.

Το βράδυ με παίρνει τηλέφωνο η φίλη μου η Σοφία.

«Ελένη, πρέπει να βγεις λίγο έξω! Έλα μαζί μας αύριο για καφέ.»

Διστάζω – πάντα διστάζω – αλλά αυτή τη φορά λέω ναι.

Την άλλη μέρα νιώθω ελεύθερη καθώς περπατάμε με τη Σοφία στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Μιλάμε για τα παλιά, γελάμε δυνατά. Για λίγο ξεχνάω τις κατσαρόλες και τα παράπονα του Νίκου.

Όταν επιστρέφω σπίτι, ο Νίκος είναι σκεπτικός.

«Πού ήσουν;»

«Βγήκα για καφέ με τη Σοφία.»

Με κοιτάζει παράξενα – σαν να βλέπει έναν άλλον άνθρωπο μπροστά του.

Από εκείνη τη μέρα αρχίζω σιγά σιγά να διεκδικώ χρόνο για μένα. Δεν είναι εύκολο – κάθε αλλαγή φέρνει εντάσεις. Ο Νίκος γκρινιάζει, η πεθερά σχολιάζει, αλλά εγώ νιώθω ότι ξαναβρίσκω τον εαυτό μου.

Μερικές φορές σκέφτομαι: αξίζει όλο αυτό; Αξίζει να θυσιάζεις τα όνειρά σου για χάρη της οικογένειας; Ή μήπως υπάρχει τρόπος να βρεις ισορροπία;

Κοιτάζοντας την Αθήνα από το μπαλκόνι αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες ζουν όπως εγώ; Πόσες φοβούνται να πουν «φτάνει»; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;