«Έδωσα τα πάντα για τα παιδιά μου στην ξενιτιά – Τώρα δεν με θέλουν ούτε στο σπίτι που τους αγόρασα»
«Μαμά, δεν γίνεται να μείνεις εδώ. Ο χώρος είναι μικρός και έχουμε τα δικά μας προβλήματα!»
Η φωνή της κόρης μου, της Μαρίας, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Στεκόμουν στην πόρτα του διαμερίσματός της, με μια βαλίτσα στο χέρι και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Δεν είχα που αλλού να πάω. Είχα αφήσει πίσω μου τη ζωή στη Γερμανία, τα χρόνια της ξενιτιάς, με την ελπίδα πως θα βρω μια ζεστή γωνιά κοντά στα παιδιά μου. Πίστευα πως τώρα, στα εβδομήντα μου, θα μπορούσα να ξεκουραστώ και να νιώσω ξανά οικογένεια.
«Μαρία, παιδί μου… Εγώ αυτά τα σπίτια τα αγόρασα για εσάς. Όλη μου τη ζωή δούλευα για να έχετε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σας. Τώρα που δεν έχω που να πάω…»
Με διέκοψε απότομα. «Μαμά, δεν καταλαβαίνεις! Έχουμε κι εμείς τις ζωές μας. Ο Γιώργος δουλεύει όλη μέρα, τα παιδιά έχουν φροντιστήρια, εγώ τρέχω από το πρωί ως το βράδυ. Δεν μπορώ να σε φροντίζω κι εσένα!»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Κοίταξα γύρω το διαμέρισμα που είχα αγοράσει με τον ιδρώτα μου, κάθε ευρώ που είχα στείλει από τη Γερμανία τόσα χρόνια. Θυμήθηκα τις νύχτες που έκλαιγα μόνη σε ένα δωμάτιο εργαζόμενη σε εργοστάσιο στο Μόναχο, να μετράω τα λεφτά για να πληρώσω το δάνειο στην Ελλάδα. Όλα για να μην λείψει τίποτα στα παιδιά μου.
«Και ο Νίκος;» ρώτησα με μια τελευταία ελπίδα. «Μπορώ να πάω στον αδερφό σου;»
Η Μαρία αναστέναξε. «Ο Νίκος έχει τη γυναίκα του και τα δικά του προβλήματα. Δεν νομίζω ότι θα χαρεί αν του το πεις.»
Έφυγα από το σπίτι της με τη βαλίτσα στο χέρι και μια πίκρα που δεν περιγράφεται. Περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας, ανάμεσα σε άγνωστα πρόσωπα, και ένιωθα πιο μόνη από ποτέ. Πού ήταν η οικογένεια που ονειρεύτηκα; Πού ήταν η αγάπη που περίμενα να βρω γυρίζοντας; Όλα αυτά τα χρόνια στη Γερμανία, κάθε φορά που έπαιρνα το λεωφορείο για τη δουλειά στις πέντε το πρωί, έλεγα στον εαυτό μου: «Κάνε υπομονή, Ελένη. Κάποτε θα γυρίσεις στα παιδιά σου.»
Θυμήθηκα τον άντρα μου, τον Παναγιώτη, που πέθανε νέος από την καρδιά του. Μείναμε μόνοι μας εγώ και τα παιδιά. Εκείνος δεν πρόλαβε να δει τίποτα από όσα κατάφερα. Όταν έφυγα για Γερμανία, η Μαρία ήταν δεκατεσσάρων και ο Νίκος μόλις έντεκα. Τα άφησα στη γιαγιά τους στο χωριό και έφυγα με βαριά καρδιά. Κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα έστελνα δέματα με ρούχα και παιχνίδια, γράμματα γεμάτα αγάπη και νοσταλγία.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα. Τα παιδιά μεγάλωσαν χωρίς εμένα. Εγώ δούλευα σε καθαριότητες, σε κουζίνες, όπου έβρισκα δουλειά. Έμαθα γερμανικά όσο μπορούσα, αλλά πάντα ήμουν η «ξένη». Οι Γερμανοί ήταν ψυχροί, οι Έλληνες της παροικίας είχαν ο καθένας τον πόνο του. Το μόνο που με κρατούσε ήταν η σκέψη πως κάποτε θα γυρίσω σπίτι.
Όταν τελικά μάζεψα αρκετά λεφτά, πήρα δάνειο και αγόρασα δύο διαμερίσματα στην Αθήνα – ένα για τη Μαρία κι ένα για τον Νίκο. Ήθελα να έχουν κάτι δικό τους, να μην περάσουν όσα πέρασα εγώ. Τους έστειλα τα συμβόλαια με δάκρυα στα μάτια.
Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο. Τα παιδιά παντρεύτηκαν, έκαναν οικογένειες. Εγώ έμεινα στη Γερμανία μέχρι που δεν άντεχα άλλο – η μέση μου χάλασε από τις δουλειές, τα χέρια μου πονάνε ακόμα από το κρύο και το τρίψιμο στα πατώματα.
Όταν γύρισα στην Ελλάδα, περίμενα πως θα βρω μια θέση δίπλα στα παιδιά μου. Αντί γι’ αυτό βρήκα κλειστές πόρτες.
Πήγα στον Νίκο μετά από μέρες μοναξιάς σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο της Ομόνοιας. Χτύπησα την πόρτα του διαμερίσματός του με τρεμάμενα χέρια.
«Μάνα; Τι κάνεις εδώ;»
«Νίκο μου… Δεν έχω που να πάω. Η Μαρία…»
Με διέκοψε αμέσως: «Μάνα, δεν είναι εύκολο τώρα. Η Ελένη (η γυναίκα του) έχει τα νεύρα της, τα παιδιά διαβάζουν για πανελλήνιες… Δεν έχουμε χώρο ούτε ησυχία.»
Τον κοίταξα στα μάτια – ήταν ο ίδιος μικρός Νίκος που άφησα κάποτε στο χωριό; Ήταν αυτός ο γιος που περίμενα τόσα χρόνια να αγκαλιάσω;
«Νίκο… Εγώ όλα αυτά τα έκανα για εσάς…»
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα.
«Το ξέρω μάνα… Αλλά τώρα είναι δύσκολα.»
Έφυγα ξανά μόνη. Περπατούσα στους δρόμους και σκεφτόμουν: Γιατί; Πού έκανα λάθος; Μήπως τους στέρησα την αγάπη μεγαλώνοντας μακριά τους; Μήπως έγινα ξένη για τα ίδια μου τα παιδιά;
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να βρω λύση. Πήγα στο ΚΑΠΗ της γειτονιάς – εκεί γνώρισα άλλες γυναίκες σαν κι εμένα. Η κυρία Σοφία είχε περάσει τα ίδια: «Κι εγώ στη Γερμανία δούλευα χρόνια… Τα παιδιά μου τώρα δεν με θέλουν σπίτι τους.»
Στο καφενείο άκουγα ιστορίες: «Η γενιά μας θυσιάστηκε για τα παιδιά κι αυτά μας βλέπουν σαν βάρος», είπε ο κύριος Μανώλης.
Άρχισα να νιώθω πως δεν είμαι μόνη σ’ αυτόν τον πόνο.
Μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο – ήταν η Μαρία.
«Μαμά… Συγγνώμη αν ήμουν σκληρή. Αλλά καταλαβαίνεις… Η ζωή εδώ είναι δύσκολη.»
«Το ξέρω παιδί μου», της απάντησα με κόμπο στο λαιμό.
«Ίσως να βρεις ένα μικρό σπίτι μόνη σου… Θα σε βοηθήσουμε όσο μπορούμε.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο του μικρού δωματίου που νοίκιαζα πια. Ήταν αυτό το τέλος που άξιζαν οι θυσίες μιας ζωής;
Σκέφτομαι συχνά: Αν είχα μείνει κοντά τους, αν είχα λιγότερα λεφτά αλλά περισσότερη αγάπη, θα ήταν αλλιώς; Μπορεί κανείς να αγοράσει την αγάπη των παιδιών του;
Τώρα περνάω τις μέρες μου μόνη – κάποιες φορές έρχονται τα εγγόνια να με δουν για λίγο, αλλά πάντα βιάζονται να φύγουν.
Αναρωτιέμαι: Άξιζαν όλα αυτά; Μήπως τελικά η μεγαλύτερη ξενιτιά είναι αυτή μέσα στην ίδια σου την οικογένεια;
Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ τόσο ξένοι ανάμεσα στους δικούς σας ανθρώπους;