«Σου Υποσχέθηκα Χρήματα για Αυτοκίνητο. Βρείτε τα Μεταξύ Σας», Είπε η Μάνα

«Σου υποσχέθηκα χρήματα για αυτοκίνητο. Βρείτε τα μεταξύ σας», είπε η μάνα, και το βλέμμα της ήταν ψυχρό, σχεδόν αδιάφορο. Ο αδερφός μου, ο Νίκος, με κοίταξε με εκείνο το γνωστό ειρωνικό χαμόγελο που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή. Ήμασταν στο σαλόνι του πατρικού μας στη Θεσσαλονίκη, ένα βράδυ που μύριζε ακόμα καλοκαίρι, κι όμως η ατμόσφαιρα ήταν βαριά σαν χειμώνας.

«Εγώ το χρειάζομαι τώρα το αυτοκίνητο, Μαρία. Εσύ έχεις ήδη τον Πέτρο, έχετε τη δουλειά σας, τι το θες;» είπε ο Νίκος, και η φωνή του έσπασε τη σιωπή σαν γυαλί που πέφτει στο πάτωμα.

Ήθελα να φωνάξω, να του πω πως δεν είναι όλα όπως φαίνονται. Πως ο Πέτρος κι εγώ παλεύουμε κάθε μέρα να τα βγάλουμε πέρα. Πως τα λεφτά αυτά δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Αλλά έμεινα σιωπηλή. Η μάνα μας με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω ένοχη, λες και ζητούσα κάτι που δεν μου ανήκε.

Τρία χρόνια πριν, όταν η μάνα είχε πει πως θα βοηθήσει τον Νίκο να πάρει αυτοκίνητο, δεν είχα πει τίποτα. Ήμουν άτεκνη τότε, ο Πέτρος κι εγώ ζούσαμε ανέμελα στο μικρό μας διαμέρισμα στην Καλαμαριά. Δεν είχαμε σκοτούρες, ούτε σχέδια για παιδιά. Ο Νίκος ήταν ακόμα φοιτητής, εγώ δούλευα σε ένα φροντιστήριο και ο Πέτρος σε μια εταιρεία πληροφορικής. Όλα έμοιαζαν εύκολα.

Αλλά τα πράγματα άλλαξαν. Η κρίση χτύπησε και τη δική μας πόρτα. Ο Πέτρος έχασε τη δουλειά του όταν η εταιρεία έκλεισε ξαφνικά. Εγώ έμεινα με έναν μισθό που μετά βίας έφτανε για το νοίκι και τα βασικά. Και τότε ήρθε η Ελένη στη ζωή μας – το παιδί που δεν είχαμε ποτέ σκεφτεί πως θα μπορούσαμε να μεγαλώσουμε μέσα σε τέτοιες συνθήκες.

Η μάνα δεν άλλαξε γνώμη. «Εγώ είπα στον Νίκο πως θα τον βοηθήσω. Αν θέλεις κι εσύ, βρείτε τα μεταξύ σας», επανέλαβε σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

«Μαμά, δεν είναι δίκαιο», ψιθύρισα. «Κι εμείς έχουμε ανάγκη. Ο Πέτρος δουλεύει περιστασιακά, εγώ…»

«Όλοι έχουμε ανάγκες, Μαρία», με διέκοψε απότομα. «Ο Νίκος είναι μικρότερος, πρέπει να σταθεί στα πόδια του.»

Γύρισα και κοίταξα τον αδερφό μου. Ήξερα πως δεν θα έκανε πίσω. Πάντα ήξερε να παίρνει αυτό που ήθελε από τη μάνα – κι εγώ πάντα ήμουν αυτή που έπρεπε να συμβιβαστεί.

Το ίδιο βράδυ γύρισα σπίτι και βρήκα τον Πέτρο να κάθεται στο σκοτάδι, με το κεφάλι στα χέρια του. «Τι έγινε;» ρώτησα διστακτικά.

«Με πήραν από τη δουλειά. Δεν θα με χρειαστούν άλλο», είπε χωρίς να με κοιτάξει.

Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Η μικρή κοιμόταν στο δωμάτιό της και εγώ ήθελα να ουρλιάξω, να σπάσω κάτι, να εξαφανιστώ.

Τις επόμενες μέρες όλα έγιναν χειρότερα. Η μάνα άρχισε να τηλεφωνεί καθημερινά για να μάθει αν ο Νίκος πήρε τα λεφτά. Ο Νίκος ερχόταν σπίτι μας και έκανε πως ενδιαφέρεται για την ανιψιά του, αλλά πάντα κατέληγε στη συζήτηση για το αυτοκίνητο.

«Μαρία, αν δεν μπορείς εσύ, πες το ξεκάθαρα», είπε μια μέρα μπροστά στον Πέτρο.

Ο Πέτρος σηκώθηκε όρθιος. «Δεν είναι θέμα αν μπορεί ή όχι. Είναι θέμα δικαιοσύνης.»

Ο Νίκος γέλασε ειρωνικά. «Δικαιοσύνη; Από πότε υπάρχει δικαιοσύνη σε αυτή την οικογένεια;»

Η μάνα πήρε το μέρος του Νίκου χωρίς δεύτερη σκέψη. «Μην τσακώνεστε για τα λεφτά! Θα σας τα δώσω όταν μπορώ», είπε – αλλά όλοι ξέραμε πως αυτό δεν θα γινόταν ποτέ.

Οι μέρες περνούσαν και η ένταση μεγάλωνε. Ο Πέτρος απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Η μικρή Ελένη άρχισε να ρωτάει γιατί ο μπαμπάς της είναι λυπημένος και γιατί η μαμά της κλαίει τα βράδια.

Ένα βράδυ ξέσπασα μπροστά στη μάνα μου:

«Γιατί πάντα ο Νίκος; Γιατί ποτέ εγώ; Γιατί πρέπει πάντα να κάνω πίσω;»

Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι λέω.

«Είσαι δυνατή εσύ, Μαρία. Ο Νίκος είναι πιο αδύναμος.»

Ένιωσα το αίμα μου να βράζει. «Δεν είμαι δυνατή! Απλώς δεν έχω άλλη επιλογή!»

Η μάνα γύρισε το βλέμμα αλλού. «Θα καταλάβεις όταν μεγαλώσει η Ελένη.»

Αυτή η φράση με στοίχειωσε για μέρες.

Ο Πέτρος άρχισε να πίνει τα βράδια. Η σχέση μας έγινε ψυχρή, σχεδόν τυπική. Μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα – λογαριασμούς, ψώνια, τη μικρή.

Μια μέρα ο Νίκος ήρθε σπίτι μας με ένα χαρτί στο χέρι.

«Η μάνα λέει πως αν δεν μου δώσεις εσύ τα λεφτά, θα τα πάρει από το σπίτι της γιαγιάς όταν πεθάνει.»

Ένιωσα ένα κύμα ντροπής και θυμού μαζί.

«Δεν ντρέπεσαι;» του φώναξα. «Να περιμένεις τον θάνατο της γιαγιάς για να πάρεις λεφτά;»

Ο Νίκος σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.

«Έτσι είναι τα πράγματα στην Ελλάδα σήμερα», είπε κυνικά.

Το ίδιο βράδυ ο Πέτρος μάζεψε λίγα ρούχα και έφυγε από το σπίτι.

«Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση», είπε πριν κλείσει την πόρτα πίσω του.

Έμεινα μόνη με την Ελένη και μια βαριά σιωπή που γινόταν όλο και πιο ασήκωτη.

Πέρασαν μήνες μέχρι να ξαναμιλήσουμε με τον Πέτρο ουσιαστικά. Η μάνα συνέχισε να κάνει πως δεν συμβαίνει τίποτα – ακόμα και όταν της είπα πως ίσως χωρίσουμε.

Ο Νίκος πήρε τελικά το αυτοκίνητο – όχι από τα λεφτά της μάνας, αλλά από ένα δάνειο που πήρε στο όνομά του. Δεν μιλάμε πια συχνά.

Η Ελένη μεγάλωσε λίγο ακόμα και άρχισε να καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα.

Σκέφτομαι συχνά: αξίζει τελικά να θυσιάζουμε την ψυχική μας ηρεμία για τις προσδοκίες των άλλων; Μήπως ήρθε η ώρα να βάλω εμένα και την κόρη μου πάνω απ’ όλα; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;