Η πρώτη νύχτα στην κόλαση της πεθεράς – Ένα δείπνο που άλλαξε τα πάντα στη ζωή μου

«Μαρία, γιατί δεν λες τίποτα;» Η φωνή της μητέρας μου, της Ελένης, έτρεμε από αγωνία και προσβολή. Κοίταξα το τραπέζι, τα πιάτα με το γεμιστό κοτόπουλο που είχε ετοιμάσει με τόση φροντίδα, και ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Η πεθερά μου, η κυρία Σοφία, είχε μόλις πει: «Εμείς στο σπίτι μας δεν τρώμε τόσο βαριά φαγητά. Ίσως γι’ αυτό να έχουμε καλύτερη υγεία.»

Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, έσφιξε τα χείλη του. Ο αδερφός μου, ο Νίκος, χαμήλωσε το βλέμμα. Ο αρραβωνιαστικός μου, ο Κώστας, καθόταν δίπλα μου, σιωπηλός, με το πιρούνι στον αέρα. Ήθελα να φωνάξω, να υπερασπιστώ τη μητέρα μου, να πω στην κυρία Σοφία ότι εδώ είναι το σπίτι μας και ότι δεν έχει δικαίωμα να προσβάλλει κανέναν. Αλλά τα λόγια κόλλησαν στον λαιμό μου.

Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η τηλεόραση στο βάθος έπαιζε χαμηλά ειδήσεις για την οικονομική κρίση. Έξω ακουγόταν το βουητό της πόλης – Αθήνα, καλοκαίρι, ζέστη που κολλάει στο δέρμα. Μέσα στο διαμέρισμα, όμως, το κρύο της προσβολής ήταν πιο δυνατό από κάθε καύσωνα.

Η μητέρα μου χαμογέλασε αμήχανα. «Ελπίζω να σας αρέσει το φαγητό. Το έκανα με πολύ αγάπη.»

Η κυρία Σοφία ανασήκωσε τα φρύδια. «Σίγουρα προσπαθήσατε. Αλλά εμείς έχουμε άλλες συνήθειες.»

Ο Κώστας με κοίταξε για μια στιγμή, σαν να ζητούσε συγγνώμη χωρίς λόγια. Δεν άντεξα άλλο.

«Μαμά, όλα είναι τέλεια,» είπα δυνατά, προσπαθώντας να σπάσω την ένταση.

Η κυρία Σοφία γύρισε προς εμένα. «Μαρία, εσύ θα πρέπει να μάθεις να μαγειρεύεις όπως η οικογένειά μας. Ο Κώστας έχει συνηθίσει σε άλλα πράγματα.»

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Ο πατέρας μου πήρε μια βαθιά ανάσα. «Κυρία Σοφία,» είπε ήρεμα αλλά σταθερά, «στην Ελλάδα λέμε ‘όπου πας κάνε ό,τι βλέπεις’.»

Η κυρία Σοφία χαμογέλασε ειρωνικά. «Εμείς έχουμε τις αρχές μας.»

Το δείπνο συνεχίστηκε μέσα σε σιωπή και ψεύτικα χαμόγελα. Κάθε μπουκιά ήταν βάρος. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, όταν ονειρευόμουν μια μεγάλη ενωμένη οικογένεια, τραπέζια γεμάτα γέλια και αγάπη. Τώρα όλα έμοιαζαν ψεύτικα.

Μετά το φαγητό, η μητέρα μου πήγε στην κουζίνα με δάκρυα στα μάτια. Την ακολούθησα.

«Μαμά…»

Γύρισε και με κοίταξε με παράπονο. «Δεν πειράζει, παιδί μου. Αλλά… δεν περίμενα τέτοια συμπεριφορά.»

«Ο Κώστας…» ψιθύρισα.

«Ο Κώστας δεν είπε τίποτα,» απάντησε πικρά.

Ένιωσα να πνίγομαι από ενοχές και θυμό. Γιατί δεν μίλησε; Γιατί δεν με υπερασπίστηκε; Γιατί εγώ δεν βρήκα το θάρρος να βάλω όρια;

Όταν γύρισα στο σαλόνι, ο Κώστας στεκόταν μόνος του στο μπαλκόνι. Βγήκα δίπλα του.

«Γιατί δεν είπες τίποτα;» ρώτησα με σβησμένη φωνή.

Κοίταξε την πόλη κάτω από τα πόδια μας. «Δεν ήθελα να γίνει χειρότερα.»

«Μα ήδη είναι χάλια!» ξέσπασα.

Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. «Η μάνα μου είναι δύσκολη… Πάντα ήταν έτσι. Αν της πάω κόντρα μπροστά σε κόσμο…»

«Και η δική μου μάνα;» τον διέκοψα. «Δεν αξίζει σεβασμό;»

Σιώπησε. Άκουγα τις φωνές των γειτόνων από τα διπλανά μπαλκόνια, μυρωδιές από βασιλικό και τσιγάρο ανακατεύονταν στον αέρα.

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Η μητέρα μου έκλαιγε σιωπηλά στο δωμάτιό της. Ο πατέρας μου κάπνιζε στο μπαλκόνι μέχρι αργά. Ο Νίκος έκανε πως διαβάζει για τη σχολή του αλλά κάθε τόσο κοίταζε προς την πόρτα της κουζίνας.

Το επόμενο πρωί ξύπνησα με πονοκέφαλο και βαριά καρδιά. Ο Κώστας είχε φύγει νωρίς χωρίς να πει τίποτα. Η μητέρα μου απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια.

Στο γραφείο ήμουν αφηρημένη όλη μέρα. Η φίλη μου η Κατερίνα με ρώτησε τι έχω.

«Δεν ξέρω αν μπορώ να παντρευτώ τον Κώστα,» της είπα τελικά.

Με κοίταξε σοβαρά. «Αν δεν βάλεις όρια τώρα, θα ζήσεις μια ζωή σε αυτό τον εφιάλτη.»

Το απόγευμα ο Κώστας με πήρε τηλέφωνο.

«Να βρεθούμε;»

Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ στο Παγκράτι. Ήταν νευρικός.

«Η μάνα μου είπε ότι δεν θα ξαναπατήσει στο σπίτι σας,» είπε χωρίς περιστροφές.

Ένιωσα ένα κύμα θυμού και απογοήτευσης.

«Και εσύ τι λες;»

«Δεν θέλω να τσακωθούμε για τις οικογένειές μας…»

«Αλλά ήδη τσακωνόμαστε! Εγώ ντρέπομαι για όσα έγιναν χθες!»

Με κοίταξε παρακλητικά. «Σε αγαπάω… Αλλά δεν μπορώ να αλλάξω τη μάνα μου.»

Έφυγα από το καφέ με δάκρυα στα μάτια. Περπάτησα στους δρόμους της Αθήνας χωρίς προορισμό. Θυμήθηκα όλες τις στιγμές που είχαμε ζήσει μαζί – τα καλοκαίρια στη Νάξο, τις βόλτες στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τα όνειρα για ένα σπίτι γεμάτο παιδιά και φως.

Αλλά τώρα όλα αυτά έμοιαζαν μακρινά και αδύνατα.

Το ίδιο βράδυ ο πατέρας μου με βρήκε στην κουζίνα.

«Παιδί μου… Μην αφήσεις κανέναν να σου στερήσει την αξιοπρέπεια και την οικογένειά σου.»

Τον αγκάλιασα σφιχτά και έκλαψα σαν μικρό παιδί.

Τις επόμενες μέρες ο Κώστας προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί μου αλλά εγώ απέφευγα τις συναντήσεις. Η μητέρα του είχε ήδη αρχίσει να διαδίδει διάφορα στους συγγενείς τους – ότι η οικογένειά μας είναι «χωριάτικη», ότι εγώ δεν είμαι αρκετά καλή για τον γιο της.

Ένιωθα μόνη και προδομένη από τον άνθρωπο που πίστευα ότι θα σταθεί δίπλα μου σε όλα.

Ένα βράδυ χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μας. Ήταν ο Κώστας.

«Θέλω να μιλήσουμε,» είπε αποφασιστικά.

Καθίσαμε στο σαλόνι – εγώ, εκείνος και οι γονείς μου.

«Ξέρω ότι έκανα λάθος που δεν μίλησα,» είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά φοβάμαι τη μάνα μου… Δεν ξέρω πώς να τη διαχειριστώ.»

Ο πατέρας μου τον κοίταξε αυστηρά. «Αν θες να κάνεις οικογένεια με τη Μαρία, πρέπει να μάθεις να προστατεύεις τη γυναίκα σου.»

Η μητέρα μου δάκρυσε ξανά.

Ο Κώστας έσκυψε το κεφάλι του. «Θέλω τη Μαρία… Αλλά δεν θέλω να χάσω και τη μάνα μου.»

Τον κοίταξα κατάματα.

«Και εγώ θέλω εσένα… Αλλά όχι έτσι. Δεν μπορώ να ζω ανάμεσα σε δύο φωτιές.»

Έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

Πέρασαν εβδομάδες χωρίς νέα του. Η ζωή συνέχισε – δουλειά, σπίτι, οικογενειακά τραπέζια χωρίς γέλια πια. Η μητέρα μου προσπαθούσε να δείχνει δυνατή αλλά κάθε τόσο την έβλεπα να σκουπίζει κρυφά τα μάτια της.

Ένα βράδυ πήγα στη θάλασσα μόνη μου – στη Βουλιαγμένη όπου πηγαίναμε μικροί για μπάνιο τα καλοκαίρια. Κοίταξα τον ορίζοντα και σκέφτηκα όλα όσα έχασα και όλα όσα ίσως πρέπει να διεκδικήσω μόνη μου από εδώ και πέρα.

Αξίζει άραγε η αγάπη όταν συνοδεύεται από τόσο πόνο; Μπορεί μια γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα να βρει τη δύναμη να βάλει όρια – ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσει τον άνθρωπο που αγαπά; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;