«Μετά από τόσα χρόνια, μου είπε πως ερωτεύτηκε άλλη – κι εγώ έμεινα με το φλιτζάνι του τσαγιού»
«Δεν θέλω να σε κοροϊδεύω άλλο, Μαρία. Ερωτεύτηκα άλλη γυναίκα.»
Η φωνή του Νίκου ήταν ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη, σαν να μου ανακοίνωνε ότι άλλαξε μάρκα καφέ. Κρατούσα το φλιτζάνι με το τσάι τόσο σφιχτά που ένιωθα τα δάχτυλά μου να πονάνε. Το νερό ακόμα αχνιζε, αλλά εγώ πάγωσα. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο πάτωμα, λες και εκεί θα έβρισκε απαντήσεις για όλα όσα δεν τολμούσε να πει.
«Τι εννοείς;» ψιθύρισα, αν και ήξερα πολύ καλά τι εννοούσε. Είχα δει τα σημάδια: τα αργοπορημένα βράδια στη δουλειά, τα μηνύματα που έσβηνε βιαστικά, το βλέμμα που γινόταν όλο και πιο ξένο.
«Δεν μπορώ να το σταματήσω. Δεν θέλω να σε πληγώσω άλλο.»
Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Θυμήθηκα όλες τις φορές που μαλώναμε για ασήμαντα πράγματα: για το αν θα πάμε διακοπές στη Νάξο ή στη Σίφνο, για το αν θα πάρουμε καινούριο καναπέ ή θα κρατήσουμε τον παλιό της μάνας του. Πόσο μικρά φαίνονταν τώρα όλα αυτά μπροστά στο χάος που άνοιγε μπροστά μου.
«Και τα παιδιά;»
Σήκωσε τους ώμους. «Θα είμαι δίπλα τους. Δεν φεύγω από τη ζωή τους.»
Γέλασα πικρά. «Ναι, αλλά φεύγεις από τη δική μου.»
Η σιωπή απλώθηκε ανάμεσά μας σαν βαρύ πάπλωμα. Έξω, η Αθήνα βούιζε όπως κάθε βράδυ – αυτοκίνητα, κορναρίσματα, φωνές από το περίπτερο της γειτονιάς. Εμείς όμως ήμασταν μόνοι, κλεισμένοι σε ένα διαμέρισμα που ξαφνικά έγινε ξένο.
Τις επόμενες μέρες, όλα έγιναν μηχανικά. Ξυπνούσα, ετοίμαζα τα παιδιά για το σχολείο – η Ελένη στην τρίτη δημοτικού, ο Μανώλης στο νηπιαγωγείο – και προσπαθούσα να χαμογελάσω. Η μάνα μου με έπαιρνε κάθε πρωί.
«Τι έχεις, κορίτσι μου;»
«Τίποτα, μαμά. Κουρασμένη είμαι.»
Δεν της είπα τίποτα. Δεν άντεχα να ακούσω το «στα ‘λεγα εγώ για τον Νίκο» ή το «οι άντρες όλοι ίδιοι είναι». Ήθελα μόνο να περάσει η μέρα χωρίς να καταρρεύσω μπροστά στα παιδιά.
Το βράδυ που ο Νίκος μάζεψε μερικά ρούχα και έφυγε, η Ελένη τον αγκάλιασε σφιχτά.
«Μπαμπά, πού πας;»
«Θα μείνω λίγο στη γιαγιά σου, αγάπη μου. Θα έρχομαι να σας βλέπω κάθε μέρα.»
Η Ελένη με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα. Δεν ήξερα τι να της πω. Ο Μανώλης δεν κατάλαβε πολλά – μόνο που το βράδυ ζήτησε τον μπαμπά του να τον σκεπάσει.
Έμεινα μόνη στην κουζίνα, με το φως χαμηλωμένο και το ρολόι να χτυπάει εκνευριστικά δυνατά. Θυμήθηκα την πρώτη μας γνωριμία: καλοκαίρι στο χωριό του στη Μεσσηνία, πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, χορεύαμε κάτω από τα πλατάνια. Τότε μου είχε πει πως θα με αγαπάει για πάντα.
Πόσο διαρκεί το «για πάντα»; Ένα καλοκαίρι; Δέκα χρόνια; Μια ζωή;
Οι μέρες περνούσαν αργά. Στη δουλειά προσπαθούσα να συγκεντρωθώ – γραμματέας σε ένα λογιστικό γραφείο στο Παγκράτι – αλλά οι σκέψεις μου έτρεχαν αλλού. Οι συνάδελφοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου.
«Η Μαρία έχει αλλάξει τελευταία…»
Μια μέρα, η Κατερίνα με τράβηξε στην άκρη.
«Τι συμβαίνει; Μπορείς να μου μιλήσεις.»
Ξέσπασα σε κλάματα. Της τα είπα όλα – για την άλλη γυναίκα, για τα παιδιά, για το φόβο ότι δεν θα τα καταφέρω μόνη μου.
«Θα τα καταφέρεις», μου είπε σιγανά. «Είσαι πιο δυνατή απ’ όσο νομίζεις.»
Το βράδυ γύρισα σπίτι και βρήκα τη μάνα μου να μαγειρεύει φασολάκια στην κουζίνα.
«Δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι», είπε αυστηρά. «Πρέπει να παλέψεις για σένα και τα παιδιά.»
«Και τι να κάνω; Να τον παρακαλέσω να γυρίσει;»
«Όχι! Να σταθείς στα πόδια σου. Να θυμηθείς ποια ήσουν πριν τον γνωρίσεις.»
Δεν θυμόμουν πια ποια ήμουν πριν τον Νίκο. Ήμουν 22 χρονών όταν τον γνώρισα – γεμάτη όνειρα για ταξίδια, για σπουδές στη Θεσσαλονίκη, για μια ζωή διαφορετική από αυτή της μάνας μου. Τώρα ένιωθα σα να έχω ζήσει τη ζωή κάποιου άλλου.
Ο Νίκος ερχόταν κάθε δεύτερη μέρα να δει τα παιδιά. Ήταν ευγενικός μαζί μου – υπερβολικά ευγενικός, σαν ξένος επισκέπτης στο ίδιο του το σπίτι.
Μια μέρα τον ρώτησα:
«Την αγαπάς;»
Με κοίταξε στα μάτια χωρίς δισταγμό.
«Ναι.»
Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά μου. Δεν ήταν πια ο δικός μου Νίκος – ήταν κάποιος άλλος.
Οι φίλες μου με τραβούσαν έξω – μια βόλτα στην παραλία της Βουλιαγμένης, έναν καφέ στο Θησείο. Προσπαθούσαν να με κάνουν να γελάσω, αλλά εγώ ένιωθα πάντα μισή.
Ένα βράδυ, μετά από ένα ποτήρι κρασί παραπάνω, η Σοφία με ρώτησε:
«Θα τον συγχωρούσες αν γύριζε;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Η προδοσία ήταν βαθιά – αλλά η μοναξιά ακόμα βαθύτερη.
Τα παιδιά άρχισαν να ρωτούν όλο και πιο συχνά γιατί ο μπαμπάς δεν μένει πια μαζί μας. Η Ελένη έκλαιγε τα βράδια και ο Μανώλης έγινε πιο νευρικός.
Πήγαμε σε παιδοψυχολόγο. Η κυρία Άννα μας είπε πως πρέπει να είμαστε ειλικρινείς με τα παιδιά.
«Ο μπαμπάς κι εγώ δεν είμαστε πια μαζί», τους είπα ένα βράδυ. «Αλλά σας αγαπάμε πολύ και οι δύο.»
Η Ελένη με αγκάλιασε σφιχτά.
«Μαμά, θα είμαστε πάντα μαζί;»
«Πάντα», της υποσχέθηκα – κι ας μην πίστευα πια σε υποσχέσεις.
Ο καιρός περνούσε και άρχισα σιγά-σιγά να βρίσκω ξανά τον εαυτό μου. Έγραφα σε ένα τετράδιο όλα όσα ένιωθα – θυμό, λύπη, φόβο αλλά και μικρές στιγμές χαράς: ένα χαμόγελο των παιδιών, μια βόλτα στο πάρκο, μια αγκαλιά από τη μάνα μου.
Μια μέρα συνάντησα τυχαία τον Νίκο στο σούπερ μάρκετ. Ήταν με την άλλη γυναίκα – τη Δήμητρα. Ήταν όμορφη, νεότερη από μένα, γελούσε δυνατά. Ο Νίκος με χαιρέτησε αμήχανα.
Γύρισα σπίτι και έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου. Μετά όμως ένιωσα κάτι παράξενο: ανακούφιση. Ήταν σαν να έκλεισε ένας κύκλος.
Τώρα πια δεν περιμένω τίποτα από τον Νίκο. Ζούμε χωριστά – εκείνος με τη Δήμητρα στο Παγκράτι κι εγώ με τα παιδιά στο μικρό μας διαμέρισμα στου Ζωγράφου. Τα βράδια κάθομαι στο μπαλκόνι με ένα φλιτζάνι τσάι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης.
Σκέφτομαι όλα όσα χάθηκαν – αλλά και όλα όσα μπορώ ακόμα να χτίσω από την αρχή.
Άραγε η αγάπη αρκεί για να κρατήσει δύο ανθρώπους μαζί; Ή μήπως τελικά αυτό που μας ενώνει είναι κάτι πιο βαθύ – η καθημερινότητα, οι δυσκολίες, οι μικρές νίκες και οι μεγάλες ήττες;
Εσείς τι πιστεύετε;