Δύο φορές ραγισμένη καρδιά: Πώς μπόρεσα να εμπιστευτώ τη δική μου μητέρα;
«Γιατί, μάνα; Πες μου μόνο αυτό. Γιατί δεν πρόσεξες τα παιδιά;»
Η φωνή μου έτρεμε, τα χέρια μου ίδρωναν. Ήμασταν στο σαλόνι του πατρικού μου, εκεί όπου κάποτε μύριζε βασιλικό και φρεσκοψημένο ψωμί. Τώρα μύριζε μόνο φόβο και ενοχή. Η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, καθόταν απέναντί μου με το βλέμμα χαμηλωμένο. Δεν απαντούσε. Μόνο έσφιγγε το μαντήλι της στα χέρια της, σαν να μπορούσε να σβήσει με αυτό όσα έγιναν.
«Ελένη, παιδί μου… Δεν ήθελα…»
Η φωνή της έσπασε. Θυμήθηκα τα λόγια της γιαγιάς μου: «Η μάνα είναι βράχος». Μα ο βράχος αυτός είχε ραγίσει, και μαζί του κι εγώ.
Όλα ξεκίνησαν ένα χρόνο πριν. Ο άντρας μου, ο Νίκος, είχε χάσει τη δουλειά του στο εργοστάσιο. Εγώ δούλευα σε ένα φαρμακείο στη Νέα Σμύρνη. Τα λεφτά δεν έφταναν ούτε για τα βασικά. Η μητέρα μου προσφέρθηκε να κρατάει τα παιδιά όσο εμείς δουλεύαμε. «Μην ανησυχείς, Ελένη μου. Τα εγγόνια μου είναι η ζωή μου», έλεγε.
Ο Παναγιώτης ήταν τεσσάρων και ο Μανώλης μόλις δύο. Δυο αγόρια γεμάτα ζωή, φωνές και γέλια. Τα άφηνα κάθε πρωί στη μάνα μου και τα έπαιρνα το απόγευμα. Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα.
Ήταν Μάρτης, είχε ήλιο αλλά κρύο αεράκι. Μόλις είχα τελειώσει τη βάρδια μου όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία.
«Ελένη, τρέξε! Ο Παναγιώτης…»
Δεν άκουσα τίποτα άλλο. Έτρεξα σαν τρελή στο σπίτι της μάνας μου. Το ασθενοφόρο ήταν ήδη εκεί. Ο Παναγιώτης είχε πέσει από το μπαλκόνι. Η μητέρα μου είχε πάει στην κουζίνα «μόνο για ένα λεπτό», όπως είπε αργότερα στην αστυνομία.
Ο Παναγιώτης δεν τα κατάφερε. Ο κόσμος μου διαλύθηκε. Ο Νίκος κατέρρευσε. Η μάνα μου έκλαιγε μέρες ολόκληρες.
«Συγγνώμη, κόρη μου… Συγγνώμη…»
Την πίστεψα. Ήθελα να την πιστέψω. Ήταν ατύχημα, έτσι δεν λένε όλοι; Αλλά μέσα μου κάτι έτρωγε την ψυχή μου.
Πέρασαν μήνες. Ο Μανώλης μεγάλωνε, αλλά ήταν σιωπηλός, σαν να είχε καταλάβει πως κάτι λείπει για πάντα από το σπίτι μας.
Ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη, ο Νίκος με παρακάλεσε να αφήσω τον Μανώλη στη μάνα μου για λίγες ώρες. Είχαμε μια συνέντευξη για δουλειά κι οι δυο μας.
«Ελένη, δεν αντέχω να τον αφήσουμε πάλι εκεί», του είπα.
«Δεν έχουμε άλλη λύση», απάντησε κουρασμένα.
Τον άφησα με βαριά καρδιά. Όταν γύρισα, βρήκα το σπίτι γεμάτο κόσμο και σειρήνες. Ο Μανώλης είχε πνιγεί με ένα κομμάτι ψωμί.
Η μάνα μου είπε πως «έστρεψε το βλέμμα της μόνο για λίγο». Οι γιατροί είπαν πως αν τον πρόσεχε καλύτερα, θα ζούσε.
Αυτή τη φορά δεν υπήρχε συγχώρεση. Η αστυνομία ξεκίνησε έρευνα. Οι γείτονες άρχισαν να ψιθυρίζουν: «Η Μαρία δεν είναι καλά τελευταία…»
Έμαθα πως έπαιρνε χάπια για την πίεση και συχνά ζαλιζόταν. Δεν μου το είχε πει ποτέ. Κανείς δεν ήξερε πόσο αδύναμη είχε γίνει.
Στο δικαστήριο στάθηκα απέναντί της. Η μάνα μου στο εδώλιο, εγώ μάρτυρας κατηγορίας. Ο Νίκος δεν άντεξε και έφυγε από το σπίτι μας λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του Μανώλη.
«Πώς μπόρεσες να μας το κάνεις αυτό;» φώναξε μια μέρα πριν φύγει.
Έμεινα μόνη με τις ενοχές και τις αναμνήσεις. Οι συγγενείς χωρίστηκαν στα δύο: άλλοι με εμένα, άλλοι με τη μάνα μου.
«Ελένη, ήταν άρρωστη… Δεν φταίει», έλεγε η θεία Κατερίνα.
«Έπρεπε να μας το πει! Να μην πάρει τα παιδιά!», απαντούσε ο θείος Γιώργος.
Οι φίλοι απομακρύνθηκαν σιγά-σιγά. Κανείς δεν ήξερε τι να πει σε μια μάνα που έχασε τα παιδιά της από τη δική της μάνα.
Τα βράδια ξυπνάω ιδρωμένη από εφιάλτες: βλέπω τον Παναγιώτη να πέφτει, τον Μανώλη να πνίγεται κι εμένα να φωνάζω «Μάνα!». Κανείς δεν απαντάει.
Στο δικαστήριο η μητέρα μου με κοίταξε στα μάτια για πρώτη φορά μετά από μήνες.
«Ελένη… Συγχώρεσέ με…»
Δεν απάντησα ποτέ σε εκείνο το βλέμμα. Δεν ξέρω αν μπορώ να τη συγχωρέσω ή αν πρέπει να συγχωρήσω τον εαυτό μου πρώτα.
Σήμερα ζω μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα στον Κορυδαλλό. Δουλεύω όσο μπορώ για να ξεχνάω. Οι γιορτές είναι οι χειρότερες μέρες – τότε που όλοι μαζεύονται οικογενειακά κι εγώ κοιτάζω τις φωτογραφίες των παιδιών μου και αναρωτιέμαι τι θα είχαν γίνει αν…
Μερικές φορές σκέφτομαι να πάρω τηλέφωνο τη μάνα μου στη φυλακή. Άλλες φορές θέλω να εξαφανιστώ από όλους και όλα.
Πώς μπορείς να συνεχίσεις όταν έχεις χάσει τα πάντα; Πώς συγχωρείς κάποιον που αγαπάς τόσο πολύ αλλά σε πρόδωσε; Και τελικά… αξίζει η συγχώρεση ή είναι απλώς μια λέξη που λέμε για να νιώσουμε λιγότερο μόνοι;
Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου; Θα μπορούσατε ποτέ να συγχωρήσετε;