Ο πατέρας μου στο γηροκομείο: Η απόφαση που διέλυσε την οικογένειά μου και με κυνηγάει κάθε βράδυ
«Μαρία, πώς μπόρεσες; Πώς το έκανες αυτό στον πατέρα μας;»
Η φωνή της αδερφής μου, της Ελένης, αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που είχε περάσει ήδη μια βδομάδα από εκείνο το βράδυ. Ήταν απόγευμα, έβρεχε καταρρακτωδώς, και το αυτοκίνητο μύριζε βρεγμένο ύφασμα και παλιές αναμνήσεις. Ο πατέρας μου, ο κύριος Σταύρος, καθόταν δίπλα μου στη θέση του συνοδηγού. Κοίταζε έξω από το παράθυρο, τα δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρώς πάνω στο μπαστούνι του. Δεν μιλούσε. Δεν με ρώτησε πού πηγαίνουμε. Ήξερε.
«Μαρία, κορίτσι μου, όλα καλά;» είχε ψιθυρίσει ξαφνικά, χωρίς να με κοιτάξει.
Ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό. «Όλα καλά, μπαμπά. Θα δεις, θα σου αρέσει εκεί. Θα έχεις παρέα, φροντίδα…»
Δεν απάντησε. Μόνο ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, εκείνο το χαμόγελο που έκανε όταν ήθελε να με καθησυχάσει μικρή, όταν έκλαιγα για κάποιο γρατζουνισμένο γόνατο ή για μια χαμένη κούκλα.
Όταν φτάσαμε στο γηροκομείο στον Άγιο Δημήτριο, η βροχή είχε δυναμώσει τόσο που δεν μπορούσα να δω καθαρά τα φώτα της εισόδου. Τον βοήθησα να βγει από το αυτοκίνητο. Τα χέρια του ήταν κρύα σαν μάρμαρο. Η κυρία Κατερίνα, η προϊσταμένη, μας περίμενε στην πόρτα με ένα ζεστό χαμόγελο και μια ομπρέλα.
«Καλώς ήρθατε, κύριε Σταύρο! Εδώ θα είστε σαν το σπίτι σας», είπε με εκείνη τη φωνή που προσπαθεί να κρύψει τη ρουτίνα της δουλειάς.
Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην κλάψω μπροστά του. Τον φίλησα στο μέτωπο και του ψιθύρισα: «Θα έρχομαι κάθε μέρα, στο υπόσχομαι». Ήξερα ότι ήταν ψέμα. Η δουλειά μου στο φαρμακείο, τα παιδιά μου, ο άντρας μου ο Νίκος που όλο παραπονιόταν ότι δεν έχω χρόνο για τίποτα… Δεν θα μπορούσα να πηγαίνω κάθε μέρα.
Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισα σπίτι, η Ελένη με περίμενε στην κουζίνα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα.
«Δεν είχες το δικαίωμα! Εγώ θα τον έπαιρνα σπίτι μου!»
«Εσύ; Με τρία παιδιά και τον Γιάννη άνεργο; Πώς;»
«Καλύτερα έτσι παρά να τον παρατήσεις!»
Ο Νίκος μπήκε στη μέση: «Φτάνει πια! Η Μαρία έκανε ό,τι μπορούσε. Δεν αντέχαμε άλλο…»
Η Ελένη με κοίταξε με μίσος. «Δεν αντέχατε; Ή δεν θέλατε να αντέξετε;»
Έφυγε χτυπώντας την πόρτα. Από τότε δεν μου ξαναμίλησε.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Το σπίτι ήταν πιο ήσυχο χωρίς τον πατέρα μου να φωνάζει στην τηλεόραση όταν έβλεπε ειδήσεις ή να διηγείται ιστορίες από τα νιάτα του στη Σμύρνη. Τα παιδιά μου ρωτούσαν πού είναι ο παππούς. Ο μικρός, ο Αντώνης, έκλαιγε τα βράδια και ζητούσε να τον δει.
Πήγα να τον επισκεφτώ μετά από τέσσερις μέρες. Ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, κοιτούσε έξω τον κήπο. Όταν με είδε, χαμογέλασε αχνά.
«Ήρθες, Μαρία;»
«Ήρθα, μπαμπά… Πώς είσαι;»
«Καλά είμαι… Μου λείπετε.»
Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Του έφερα φωτογραφίες των παιδιών, του διάβασα λίγα νέα από τη γειτονιά. Μου ζήτησε να του φέρω την παλιά του ραδιοφωνική συσκευή.
Όταν έφυγα, η κυρία Κατερίνα με σταμάτησε στον διάδρομο.
«Ξέρετε… Ο κύριος Σταύρος είναι πολύ ήσυχος. Δεν μιλάει πολύ. Μερικές φορές κάθεται μόνος του και κοιτάζει έξω για ώρες.»
«Προσπαθεί να συνηθίσει», απάντησα αμήχανα.
Τις επόμενες εβδομάδες η ζωή συνέχισε σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα – κι όμως όλα είχαν αλλάξει. Η Ελένη δεν ερχόταν πια στα οικογενειακά τραπέζια. Η μητέρα μου είχε πεθάνει χρόνια πριν και τώρα ένιωθα ότι έχανα και τον πατέρα μου – όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά.
Ένα βράδυ ο Νίκος γύρισε σπίτι αργά και με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα.
«Μαρία… Δεν μπορείς να κατηγορείς τον εαυτό σου για πάντα.»
«Κι αν έκανα λάθος; Αν ο μπαμπάς πεθάνει μόνος του εκεί μέσα;»
«Δεν είχες άλλη επιλογή.»
Αλλά πάντα υπάρχει άλλη επιλογή – ή έτσι λένε όσοι δεν χρειάστηκε ποτέ να πάρουν τέτοιες αποφάσεις.
Ένα πρωινό χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η κυρία Κατερίνα.
«Η κατάσταση του κυρίου Σταύρου χειροτέρεψε… Ίσως πρέπει να έρθετε.»
Έτρεξα στο γηροκομείο με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Τον βρήκα στο δωμάτιό του, αδύναμο, τα μάτια του θολά.
«Μπαμπά…»
Με κοίταξε και χαμογέλασε αχνά.
«Μην ανησυχείς… Όλα καλά… Να προσέχεις τα παιδιά.»
Του κράτησα το χέρι μέχρι που αποκοιμήθηκε. Εκείνο το βράδυ έμεινα δίπλα του μέχρι το πρωί.
Την επόμενη μέρα πέθανε ήσυχα στον ύπνο του.
Η Ελένη δεν ήρθε στην κηδεία. Ούτε καν τηλεφώνησε.
Τώρα κάθε βράδυ κάθομαι στην κουζίνα και σκέφτομαι: Έκανα το σωστό; Ή μήπως πρόδωσα τον άνθρωπο που με μεγάλωσε μόνος του μετά τον θάνατο της μητέρας μας;
Αν ήσασταν στη θέση μου… τι θα κάνατε; Θα μπορούσατε ποτέ να συγχωρήσετε τον εαυτό σας;