Η Σκιά της Γιαγιάς: Μια Ιστορία από τη Νίκαια
«Άλις, γιατί δεν ταΐζεις τη γιαγιά;» Η φωνή της κυρίας Μαρίας με χτύπησε σαν κεραυνός έξω από το μπακάλικο. «Τρεις μέρες λέει πως δεν έχει φάει, της έδωσα κάτι καραμέλες.» Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Πώς να της εξηγήσω ότι η γιαγιά αρνείται να φάει ό,τι κι αν της δώσω; Πώς να παραδεχτώ ότι έχω κουραστεί, ότι νιώθω πως πνίγομαι;
«Άλις, δεν ξέρω τι να κάνω. Ο Δημήτρης θέλει να πάμε στη θάλασσα, αλλά έχουμε τη γιαγιά», μου είπε ο αδερφός μου στο τηλέφωνο πριν λίγες μέρες. «Και γιατί μου το λες εμένα;» απάντησα κοφτά, αν και ήξερα ήδη τι θα ζητούσε. «Μήπως μπορείς να την κρατήσεις εσύ για ένα μήνα;»
Έκλεισα τα μάτια. Δούλευα σε ένα φροντιστήριο στην Κοκκινιά, έτρεχα όλη μέρα και το βράδυ το μόνο που ήθελα ήταν να βυθιστώ στον καναπέ. «Ξέρεις ότι δουλεύω, αλλά… εντάξει, φέρτην.» Ο Δημήτρης χάρηκε τόσο που σχεδόν με έκανε να νιώσω ένοχη για τον εκνευρισμό μου.
Η γιαγιά Ευδοκία ήρθε με μια μικρή βαλίτσα και το βλέμμα της χαμένο. Τα χέρια της έτρεμαν όταν άφηνε το μπαστούνι στην είσοδο. «Πού είναι ο παππούς σου;» με ρώτησε ψιθυριστά. Είχε πεθάνει πριν δέκα χρόνια, αλλά εκείνη τον έψαχνε ακόμα κάθε βράδυ.
Τις πρώτες μέρες προσπαθούσα να είμαι υπομονετική. Της μαγείρευα κοτόσουπα, της έβαζα τα αγαπημένα της τραγούδια του Καζαντζίδη, της έδειχνα φωτογραφίες από τα παλιά. Εκείνη όμως αρνιόταν να φάει. «Δεν πεινάω, παιδί μου. Θέλω μόνο να πάω σπίτι μου.»
Τα βράδια ξυπνούσα από το θρόισμα των ποδιών της στο διάδρομο. Μια φορά τη βρήκα να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα. «Πού πας, γιαγιά;» «Στον κήπο μου, να ποτίσω τις ντομάτες.» Δεν είχαμε κήπο.
Η δουλειά μου γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Οι μαθητές μου γκρίνιαζαν, ο διευθυντής με πίεζε για αποτελέσματα. Γύριζα σπίτι εξαντλημένη και έβρισκα τη γιαγιά καθισμένη στην πολυθρόνα, με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα.
Μια μέρα, καθώς έβαζα τα ρούχα της στο πλυντήριο, βρήκα στην τσέπη της ένα σημείωμα: «Μη με ξεχνάτε.» Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Ήταν σαν να φώναζε σιωπηλά μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Ο Δημήτρης τηλεφωνούσε κάθε τόσο, αλλά πάντα βιαστικά. «Όλα καλά;» ρωτούσε τυπικά. Μια φορά του είπα: «Δεν αντέχω άλλο, Δημήτρη. Δεν τρώει, δεν κοιμάται… φοβάμαι.» Εκείνος αναστέναξε. «Κάνε υπομονή, Άλις. Σε λίγες μέρες θα επιστρέψουμε.»
Ένα βράδυ η γιαγιά εξαφανίστηκε. Την έψαχνα πανικόβλητη στη γειτονιά, φώναζα το όνομά της στους δρόμους της Νίκαιας. Τη βρήκα τελικά στην αυλή του παλιού μας σπιτιού, να κάθεται στα σκαλιά και να τραγουδάει χαμηλόφωνα ένα μοιρολόι.
«Γιαγιά, γιατί έφυγες; Φοβήθηκα!»
Με κοίταξε με μάτια θολά. «Εδώ μεγάλωσα, Άλις. Εδώ είναι η ζωή μου.»
Την πήρα αγκαλιά και γύρισα σπίτι κλαίγοντας σιωπηλά. Εκείνο το βράδυ κάθισα δίπλα της μέχρι να κοιμηθεί.
Τις επόμενες μέρες η κατάσταση χειροτέρεψε. Η γιαγιά δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου. Κάθε φορά που προσπαθούσα να τη βοηθήσω στο μπάνιο ή στο φαγητό, με κοιτούσε σαν ξένη.
Ένα απόγευμα ήρθε η κυρία Μαρία ξανά. «Άλις, ξέρεις… όλοι λένε ότι δεν προσέχεις τη γιαγιά σου.» Ένιωσα ντροπή και θυμό μαζί. «Κανείς δεν ξέρει τι περνάμε μέσα σε αυτό το σπίτι», της απάντησα σκληρά.
Το ίδιο βράδυ κάλεσα τον Δημήτρη κλαίγοντας. «Δεν μπορώ άλλο! Ή θα έρθεις να την πάρεις ή θα τη βάλω σε γηροκομείο!»
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Άλις… δεν έχουμε λεφτά για γηροκομείο. Θα γυρίσουμε αύριο.»
Όταν ήρθαν, η γιαγιά ήταν ήδη πολύ αδύναμη. Ο Δημήτρης την πήρε αγκαλιά και έκλαψε μπροστά μου για πρώτη φορά στη ζωή του.
Την επόμενη εβδομάδα η γιαγιά πέθανε ήσυχα στον ύπνο της.
Στην κηδεία όλοι μιλούσαν για το πόσο καλή γυναίκα ήταν και πόσο αγαπούσε τα εγγόνια της. Κανείς δεν μίλησε για τις δύσκολες νύχτες, τις ενοχές, τον φόβο και την εξάντληση.
Τώρα που γράφω αυτή την ιστορία, αναρωτιέμαι: Πόσο αντέχει η αγάπη όταν δοκιμάζεται από την καθημερινότητα; Και ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει τις επιλογές μας;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;