Όλα τα έδωσα για την κόρη μου – και τώρα δεν έχω πού να κοιμηθώ
«Μαρία, σε παρακαλώ, μόνο για λίγες μέρες… Δεν έχω πού αλλού να πάω.»
Η φωνή μου έτρεμε, σχεδόν δεν με αναγνώριζα. Η Μαρία, η μοναχοκόρη μου, στεκόταν απέναντί μου με σταυρωμένα τα χέρια. Το βλέμμα της σκληρό, ξένο. Πίσω της, το μικρό διαμέρισμα που της είχα βοηθήσει να αγοράσει πριν δέκα χρόνια, όταν ακόμα πίστευα πως η αγάπη και η θυσία θα ανταμείβονταν.
«Μπαμπά, δεν γίνεται. Ο Γιώργος δεν θέλει άλλον στο σπίτι. Έχουμε ήδη αρκετά προβλήματα.»
Ο Γιώργος. Ο γαμπρός μου. Πάντα ευγενικός μπροστά στους άλλους, αλλά ψυχρός μαζί μου. Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στη ζωή της Μαρίας, ένιωθα πως κάτι άλλαζε. Πως η θέση μου στην καρδιά της κόρης μου μικραίνει, μέρα με τη μέρα.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Θυμήθηκα τα χρόνια που δούλευα διπλοβάρδιες στο λιμάνι του Πειραιά. Τα χέρια μου γεμάτα κάλους, το κορμί μου κουρασμένο, αλλά πάντα με ένα χαμόγελο όταν έφερνα σπίτι το ψωμί μας. Η γυναίκα μου, η Ελένη, έφυγε νωρίς – η Μαρία ήταν τότε μόλις δεκατεσσάρων. Από τότε έγινα μάνα και πατέρας μαζί.
«Μαρία… Είμαι ο πατέρας σου. Δεν σου ζητώ τίποτα άλλο, μόνο λίγες μέρες μέχρι να βρω λύση.»
Γύρισε το βλέμμα αλλού. «Δεν είναι τόσο απλό. Έχουμε κι εμείς τα δικά μας. Ο μικρός έχει σχολείο, ο Γιώργος δουλεύει από το σπίτι… Δεν γίνεται να στριμωχτούμε όλοι.»
Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Ήθελα να φωνάξω: «Όλα αυτά που έχεις, το σπίτι αυτό, το αυτοκίνητο που οδηγείς – όλα τα έδωσα εγώ! Για σένα!». Αλλά δεν είπα τίποτα. Κατάπια τον θυμό και την πίκρα μου.
Βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω αέρα. Η Αθήνα απλωνόταν μπροστά μου γκρίζα και αδιάφορη. Κάπου μακριά άκουγα φωνές παιδιών που έπαιζαν μπάλα στην πλατεία. Θυμήθηκα τη Μαρία μικρή, με τα μαλλιά της πιασμένα κοτσιδάκια, να τρέχει στην ίδια πλατεία γελώντας.
Τότε χτύπησε το κινητό μου. Ήταν ο φίλος μου ο Σταύρος.
«Νίκο, τι κάνεις;»
«Καλά… όσο καλά γίνεται.»
«Άκουσα πως σε πέταξαν έξω από το διαμέρισμα που νοίκιαζες.»
«Ναι… Ο ιδιοκτήτης το πουλάει. Δεν έχω πού να μείνω.»
«Έλα σε μένα για λίγες μέρες αν θες.»
«Σε ευχαριστώ, Σταύρο… Αλλά ήθελα να μείνω λίγο με τη Μαρία και τον εγγονό μου.»
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.
Γύρισα μέσα. Η Μαρία μάζευε τα πιάτα από το τραπέζι.
«Θα φύγω αύριο», της είπα ήρεμα.
Δεν απάντησε. Μόνο έσφιξε τα χείλη της.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν όλα όσα είχα κάνει για εκείνη. Πώς κάθε ευρώ που έβαζα στην άκρη ήταν για να έχει εκείνη μια καλύτερη ζωή. Πώς όταν ήρθε η ώρα να αγοράσει σπίτι – τότε που οι τράπεζες δεν έδιναν δάνεια εύκολα – εγώ πούλησα το πατρικό μου στο χωριό για να συμπληρώσει το ποσό.
Θυμήθηκα τις φορές που αρρώστησε μικρή και ξενυχτούσα δίπλα της με πυρετό. Τις Κυριακές που πηγαίναμε μαζί βόλτα στη θάλασσα και της έλεγα ιστορίες για τη ζωή μου στα καράβια.
Πότε χάθηκε αυτή η αγάπη; Πότε έγινα βάρος;
Το πρωί ετοίμασα τη βαλίτσα μου σιωπηλά. Ο εγγονός μου, ο Δημήτρης, ήρθε κοντά μου.
«Παππού, γιατί φεύγεις;»
Τον κοίταξα στα μάτια και χαμογέλασα όσο πιο ζεστά μπορούσα.
«Ο παππούς πρέπει να πάει ένα ταξίδι, αγόρι μου.»
Με αγκάλιασε σφιχτά. Ένιωσα τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου.
Η Μαρία στεκόταν στην πόρτα.
«Μπαμπά…»
Την κοίταξα. Ήθελα να της πω τόσα πολλά – πως την αγαπώ ακόμα κι αν με πληγώνει, πως θα είμαι πάντα εδώ αν με χρειαστεί. Αλλά δεν βγήκε λέξη.
Κατέβηκα τα σκαλιά αργά, με τη βαλίτσα στο χέρι. Έξω είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει.
Περπάτησα μέχρι το καφενείο του Σταύρου. Εκείνος με περίμενε με έναν ελληνικό καφέ και ένα χαμόγελο γεμάτο κατανόηση.
«Έτσι είναι οι οικογένειες», είπε χαμηλόφωνα. «Πονάνε πιο πολύ από τους ξένους.»
Πέρασαν μέρες που έμενα στον Σταύρο. Η Μαρία δεν τηλεφώνησε ποτέ. Ούτε ένα μήνυμα.
Κάποιο βράδυ, καθώς καθόμουν μόνος στο μικρό δωμάτιο του φίλου μου, άκουσα από το ραδιόφωνο ένα παλιό τραγούδι που τραγουδούσαμε με τη Μαρία όταν ήταν παιδί: «Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο…» Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
Σκέφτηκα να της γράψω ένα γράμμα – να της πω όλα όσα νιώθω, όλη την πίκρα και την αγάπη μαζί. Αλλά φοβήθηκα πως δεν θα το διαβάσει ποτέ.
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Άρχισα να ψάχνω για δουλειά – κάτι για λίγα χρήματα, να μη γίνω βάρος στον Σταύρο. Βρήκα μια θέση σε ένα μικρό μανάβικο στη γειτονιά. Τα χέρια μου ξαναβρήκαν τον παλιό τους ρυθμό – κουβαλούσα τελάρα, καθάριζα πάγκους, μιλούσα με τους πελάτες.
Κάθε φορά που περνούσε μια μητέρα με το παιδί της από το μαγαζί, ένιωθα έναν κόμπο στο λαιμό.
Ένα απόγευμα μπήκε στο μαγαζί η κυρία Κατερίνα – παλιά γειτόνισσα από τότε που ζούσαμε όλοι μαζί στη Νέα Σμύρνη.
«Νίκο! Εσύ εδώ; Τι κάνεις;»
Της τα είπα όλα – όσο άντεχα χωρίς να λυγίσω.
Με κοίταξε με συμπόνια.
«Ξέρεις… Οι νέοι σήμερα έχουν άλλες προτεραιότητες. Δεν είναι όπως ήμασταν εμείς.»
Έγνεψα καταφατικά αλλά μέσα μου φούντωνε η απογοήτευση.
Το βράδυ γύρισα στο δωμάτιο του Σταύρου και κάθισα στο παράθυρο κοιτώντας τα φώτα της πόλης.
Αναρωτήθηκα: Άξιζαν όλες αυτές οι θυσίες; Μήπως τελικά μεγαλώνουμε τα παιδιά μας για να φύγουν μακριά μας; Ή μήπως κάπου κάναμε λάθος κι εμείς;
Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα άλλαζα κάτι; Ή μήπως η αγάπη του γονιού είναι καταδικασμένη να μένει σιωπηλή και αόρατη;
Πείτε μου εσείς: Τι αξίζει περισσότερο στη ζωή – η θυσία ή η αξιοπρέπεια;