Πράσινο με Ζήλια: Ο Αγώνας μου με την Προτίμηση του Πατριού μου στον Γάμο της Αδελφής μου

«Γιατί πάντα η Μαρία; Γιατί ποτέ εγώ;» Η φωνή μου έσπασε στη μέση της κουζίνας, ενώ ο Νίκος, ο πατριός μου, άπλωνε το χέρι του να πάρει άλλη μια φέτα ψωμί. Η μητέρα μου, η Ελένη, κοίταξε αμήχανα το πάτωμα. Η Μαρία, η μικρή μου αδελφή, έπαιζε με το κινητό της, αδιάφορη για τη θύελλα που ερχόταν.

«Μην αρχίζεις πάλι, Άννα», είπε ο Νίκος με εκείνη τη φωνή που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή. «Η Μαρία παντρεύεται. Είναι φυσικό να ασχολούμαστε περισσότερο μαζί της αυτές τις μέρες.»

«Φυσικό;» σχεδόν φώναξα. «Εγώ δεν ήμουν κόρη σου όταν ήμουν μικρή; Δεν με φώναζες ‘κοριτσάκι μου’; Τώρα ξαφνικά είμαι αόρατη;»

Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε ειρωνικά. «Έλα τώρα, Άννα. Μην κάνεις σκηνές. Δεν είναι όλα για σένα.»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Ήθελα να ουρλιάξω. Να τους πω ότι δεν αντέχω άλλο να είμαι η δεύτερη επιλογή. Ότι από τότε που ήμουν παιδί, πάντα έπρεπε να προσπαθώ διπλά για να πάρω λίγη προσοχή.

Όταν ήμουν πέντε χρονών, ο βιολογικός μου πατέρας είχε ήδη φύγει – δεν τον θυμάμαι καν. Ο Νίκος μπήκε στη ζωή μας σαν ήλιος μετά τη βροχή. Με έπαιρνε αγκαλιά, με πήγαινε βόλτες στο Ζάππειο, μου μάθαινε ποδήλατο. Τον φώναζα «μπαμπά» χωρίς να ξέρω ότι δεν ήταν το αίμα μου. Η μητέρα μου ποτέ δεν μίλησε για τον πατέρα μου – μόνο μια φορά τον είδα σε μια ξεθωριασμένη φωτογραφία.

Όταν ήμουν δώδεκα, το έμαθα τυχαία από μια θεία που δεν κρατούσε μυστικά. Έκλαψα όλο το βράδυ, αλλά ο Νίκος ήρθε και με κράτησε στην αγκαλιά του. «Εγώ είμαι εδώ για σένα», μου είπε. Και τον πίστεψα.

Όμως τα χρόνια πέρασαν και η Μαρία γεννήθηκε – το δικό του παιδί με τη μητέρα μου. Από τότε όλα άλλαξαν. Η Μαρία ήταν το φως του σπιτιού. Όλοι οι συγγενείς έλεγαν πόσο μοιάζει στον Νίκο, πόσο έξυπνη και όμορφη είναι. Εγώ ήμουν πάντα «η μεγάλη», αυτή που πρέπει να προσέχει, να βοηθάει, να μην ενοχλεί.

Στο σχολείο ήμουν καλή μαθήτρια, αλλά κανείς δεν ήρθε ποτέ στις γιορτές μου – πάντα κάτι τύχαινε στη δουλειά του Νίκου ή η Μαρία είχε πυρετό. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, ο Νίκος είπε απλώς «Μπράβο», ενώ στη Μαρία έκανε πάρτι όταν πήρε το απολυτήριο.

Και τώρα, στον γάμο της Μαρίας, όλα τα βλέμματα είναι πάνω της. Ο Νίκος τρέχει από το πρωί ως το βράδυ για να οργανώσει τα πάντα: κέντρο δεξιώσεων στη Γλυφάδα, λουλούδια από την Κηφισιά, νυφικό από γνωστό οίκο μόδας. Εμένα με ρώτησαν μόνο αν θα βοηθήσω στο μοίρασμα των μπομπονιέρων.

Το βράδυ πριν τον γάμο, καθόμουν στο μπαλκόνι και κοιτούσα τα φώτα της Αθήνας. Η μητέρα μου ήρθε δίπλα μου.

«Άννα…» ξεκίνησε διστακτικά.

«Μην πεις τίποτα», της είπα. «Ξέρω ότι η Μαρία είναι το παιδί του. Αλλά εγώ τι είμαι;»

Με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχές. «Είσαι η κόρη μου. Και του Νίκου… όσο μπορεί να είναι.»

«Όσο μπορεί; Δηλαδή υπάρχει όριο στην αγάπη;»

Δεν απάντησε. Μόνο χάιδεψε τα μαλλιά μου όπως όταν ήμουν μικρή.

Την επόμενη μέρα όλα ήταν γιορτινά – εκτός από μένα. Η Μαρία έλαμπε μέσα στο λευκό νυφικό της και ο Νίκος δεν σταμάτησε να τη φωτογραφίζει και να της λέει πόσο περήφανος είναι. Εγώ στεκόμουν στην άκρη, κρατώντας τις μπομπονιέρες σαν υπηρέτρια.

Στο τραπέζι του γάμου, ο Νίκος σηκώθηκε να κάνει πρόποση.

«Στην κόρη μου, τη Μαρία! Το φως της ζωής μου!» είπε συγκινημένος.

Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Κοίταξα τη μητέρα μου – απέφυγε το βλέμμα μου.

Μετά το γλέντι, βγήκα έξω να πάρω αέρα. Ο Νίκος με ακολούθησε.

«Άννα…»

«Μην πεις τίποτα», του είπα ψυχρά.

«Θέλω να σου μιλήσω.»

Γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια για πρώτη φορά μετά από χρόνια.

«Γιατί; Γιατί πάντα εκείνη;»

Σιώπησε για λίγο και μετά είπε: «Δεν ξέρω αν μπορώ να σου εξηγήσω… Ίσως επειδή φοβάμαι ότι θα σε χάσω αν σε αγαπήσω πολύ. Ότι μια μέρα θα φύγεις όπως ο πατέρας σου.»

Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα – πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.

«Δεν είμαι εκείνος», του είπα σιγανά.

Με αγκάλιασε αδέξια. «Συγγνώμη αν σε πλήγωσα.»

Δεν ξέρω αν τον συγχώρεσα εκείνη τη στιγμή. Ξέρω μόνο ότι για πρώτη φορά ένιωσα ότι η πληγή μου είχε όνομα – φόβος εγκατάλειψης.

Γύρισα σπίτι αργά τη νύχτα και κάθισα στο δωμάτιό μου κοιτώντας τις φωτογραφίες μας όταν ήμουν παιδί. Αναρωτήθηκα: Μπορεί μια οικογένεια ποτέ να είναι πραγματικά δίκαιη; Ή πάντα κάποιος θα μένει στη σκιά;

Τι πιστεύετε εσείς; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι;