Το Ψυγείο Άδειο, η Καρδιά Γεμάτη Φόβο: Η Ζωή μου ανάμεσα σε Θυσίες και Διαψευσμένα Όνειρα
«Μαμά, γιατί δεν έχουμε τίποτα στο ψυγείο;»
Η φωνή του Νίκου, του γιου μου, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν απόγευμα, ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα μισογκρεμισμένα σπίτια της γειτονιάς μας στον Κολωνό, κι εγώ στεκόμουν μπροστά στο άδειο ψυγείο με τα χέρια σταυρωμένα. Τα μάτια μου έτσουζαν από την κούραση και την ντροπή. Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Πώς να εξηγήσεις σ’ ένα παιδί δεκαεπτά χρονών ότι η μάνα του δεν έχει ούτε για ένα κουτί γάλα;
«Θα πάω αύριο στη λαϊκή, Νίκο μου. Σήμερα… σήμερα δεν πρόλαβα», ψέλλισα, προσπαθώντας να κρύψω τη φωνή που έτρεμε.
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που με έκανε να νιώθω μικρή, αδύναμη. «Δεν πειράζει, μαμά», είπε τελικά και γύρισε στο δωμάτιό του. Άκουσα την πόρτα να κλείνει απαλά. Ήξερα ότι δεν με πίστεψε.
Ο άντρας μου, ο Σταύρος, είχε γυρίσει από τη δουλειά πριν λίγο. Ήταν κουρασμένος, τα χέρια του λερωμένα από το συνεργείο. Έριξε μια ματιά στο τραπέζι – μόνο λίγο ψωμί και ελιές. «Πάλι τα ίδια;» γκρίνιαξε. «Πού πήγαν τα λεφτά που σου έδωσα;»
«Στα φάρμακα της μάνας σου, Σταύρο. Και στο ρεύμα που απειλούσαν να μας το κόψουν», απάντησα ήρεμα, αν και μέσα μου ήθελα να ουρλιάξω.
«Όλο δικαιολογίες! Εγώ δουλεύω σαν το σκυλί κι εσείς…»
Δεν άντεξα άλλο. «Εμείς τι; Εγώ δεν δουλεύω; Δεν καθαρίζω σκάλες για τρία ευρώ την ώρα; Δεν τρέχω όλη μέρα για να μη λείψει τίποτα;»
Η φωνή μου έσπασε. Ο Σταύρος με κοίταξε σκληρά, αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Πήρε το παλιό του μπουφάν και βγήκε έξω, αφήνοντας πίσω του μια σιωπή πιο βαριά κι από το άδειο ψυγείο.
Έμεινα μόνη στην κουζίνα. Τα φώτα τρεμόπαιζαν – λες και κι αυτά ήξεραν πως δεν είχαμε να πληρώσουμε τον λογαριασμό. Έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα τα χρόνια πριν την κρίση: γεμάτο τραπέζι, γέλια, φίλοι, όνειρα για τον Νίκο – να σπουδάσει, να γίνει κάτι καλύτερο από εμάς.
Τώρα; Ο Νίκος είχε αρχίσει να κάνει παρέα με κάτι παιδιά που δεν μου άρεσαν καθόλου. Ερχόταν αργά το βράδυ, μύριζε τσιγάρο και αλκοόλ. Μια φορά βρήκα στο σακάκι του ένα σακουλάκι με κάτι άσπρο. Τον ρώτησα τι ήταν – με κοίταξε με μίσος: «Δεν είναι δική σου δουλειά!»
Έκλαψα εκείνο το βράδυ όσο δεν είχα ξανακλάψει ποτέ στη ζωή μου. Φοβόμουν πως τον έχανα. Πως όλα όσα είχαμε θυσιάσει – οι ώρες δουλειάς, οι καβγάδες με τον Σταύρο, οι νύχτες που κοιμόμουν νηστική για να φάει ο Νίκος – δεν είχαν κανένα νόημα.
Την επόμενη μέρα πήγα στη λαϊκή όπως είχα υποσχεθεί. Μετρούσα τα κέρματα στην παλάμη μου – τρία ευρώ και πενήντα λεπτά. Πήρα δύο ντομάτες, λίγο ψωμί και μια χούφτα πατάτες. Η κυρία Μαρία, η μανάβισσα, με κοίταξε λυπημένα.
«Ελένη μου, πάρε κι αυτά τα μήλα για τον Νίκο», είπε χαμηλόφωνα.
«Δεν μπορώ να τα πληρώσω…»
«Άστα αυτά. Εσύ θα μου τα δώσεις όταν μπορέσεις.»
Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν. «Σ’ ευχαριστώ…»
Γύρισα σπίτι και βρήκα τον Νίκο να κάθεται στο μπαλκόνι, κοιτώντας το κενό.
«Νίκο…»
Δεν απάντησε.
«Νίκο, θέλω να μιλήσουμε.»
Γύρισε και με κοίταξε – τα μάτια του κόκκινα.
«Τι θες να πεις; Ότι είμαι αποτυχία; Ότι σου κατέστρεψα τη ζωή;»
Έπεσα στα γόνατα μπροστά του. «Όχι! Θέλω μόνο να είσαι καλά… Να μην μπλέξεις… Να μην χαθείς όπως τόσα παιδιά στη γειτονιά.»
Σηκώθηκε απότομα. «Δεν καταλαβαίνεις! Δεν έχω επιλογές! Όλοι οι φίλοι μου φεύγουν για Γερμανία ή Αγγλία! Εδώ τι; Να γίνω σαν τον πατέρα μου; Να σπάω τη μέση μου για 600 ευρώ;»
Ένιωσα το βάρος των λέξεών του σαν μαχαίρι στην καρδιά. Δεν ήξερα τι να πω. Ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, αλλά ήξερα πως είχε δίκιο – εδώ δεν υπήρχαν πια όνειρα.
Το ίδιο βράδυ ο Σταύρος γύρισε σπίτι μεθυσμένος. Άρχισε να φωνάζει στον Νίκο: «Άχρηστε! Ούτε μια δουλειά δεν μπορείς να βρεις!» Ο Νίκος σηκώθηκε και τον έσπρωξε.
«Φύγε από πάνω μου!»
Πριν προλάβω να τους χωρίσω, ο Σταύρος σήκωσε το χέρι του. Ο Νίκος έφυγε τρέχοντας από το σπίτι.
Έμεινα μόνη με τον Σταύρο που έκλαιγε σαν μικρό παιδί.
«Τον χάσαμε, Ελένη…»
Την επόμενη μέρα πήγα στην αστυνομία – κανείς δεν είχε δει τον Νίκο. Πέρασαν τρεις μέρες χωρίς νέα του. Δεν κοιμήθηκα ούτε λεπτό. Έψαχνα σε κάθε γωνιά της Αθήνας – στα παγκάκια της πλατείας Βικτωρίας, στα στενά της Ομόνοιας.
Την τέταρτη μέρα γύρισε μόνος του – αδύνατος, βρώμικος, με μάτια γεμάτα τρόμο.
«Μαμά… συγγνώμη…»
Τον αγκάλιασα τόσο σφιχτά που νόμιζα πως θα σπάσει.
«Θέλω να φύγω… Να πάω στη Γερμανία… Ο φίλος μου ο Μανώλης είπε πως μπορεί να με βοηθήσει.»
Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει στα δύο. Ήξερα πως αν έμενε εδώ θα χανόταν – αλλά αν έφευγε, θα τον έχανα για πάντα.
Ο Σταύρος δεν ήθελε ούτε να ακούσει για ξενιτιά.
«Θα φύγεις και θα μας ξεχάσεις! Θα γίνεις σαν όλους τους άλλους!»
Ο Νίκος όμως είχε πάρει την απόφασή του.
Τον αποχαιρέτησα ένα πρωινό του Μαρτίου στο αεροδρόμιο. Τον κράτησα στην αγκαλιά μου μέχρι που αναγκάστηκα να τον αφήσω.
Γύρισα σπίτι μόνη – ο Σταύρος είχε φύγει για τη δουλειά χωρίς να πει λέξη. Το ψυγείο ήταν ακόμα άδειο, αλλά η καρδιά μου ήταν γεμάτη φόβο και ελπίδα μαζί.
Κάθε μέρα περιμένω ένα μήνυμα από τον Νίκο – μια λέξη, μια φωτογραφία, κάτι που να μου λέει ότι είναι καλά.
Σκέφτομαι συχνά: Άξιζαν όλες αυτές οι θυσίες; Είναι η αγάπη αρκετή για να κρατήσει μια οικογένεια ενωμένη όταν όλα γύρω διαλύονται;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αφήνατε το παιδί σας να φύγει ή θα παλεύατε μέχρι τέλους για να μείνει κοντά σας;