«Γύρισε σπίτι και μου είπε αμέσως πως θέλει διαζύγιο»: Τότε θυμήθηκα τη συμβουλή της μάνας μου
«Θέλω διαζύγιο.»
Η φωνή του Νίκου αντήχησε στο μικρό μας σαλόνι σαν κεραυνός. Τα χέρια του έτρεμαν, τα μάτια του απέφευγαν τα δικά μου. Η κόρη μας, η Αλίκη, ήταν στο δωμάτιό της και ζωγράφιζε. Για μια στιγμή, ο χρόνος πάγωσε. Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μαλώναμε, αλλά ποτέ δεν είχε πει κάτι τόσο οριστικό.
«Τι λες τώρα;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. «Γιατί;»
Ο Νίκος πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν αντέχω άλλο. Νιώθω παγιδευμένος. Θέλω να ζήσω, να κάνω πράγματα που εδώ δεν μπορώ.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Είχαμε περάσει δεκαέξι χρόνια μαζί. Δεν ήμασταν πλούσιοι, αλλά είχαμε το δικό μας σπίτι – το διαμέρισμα που μου άφησε ο παππούς μου στην Κυψέλη. Εγώ ήμουν ευχαριστημένη με τα λίγα, με τις μικρές μας χαρές: τον καφέ στο μπαλκόνι, τις Κυριακές στη λαϊκή, τα γέλια της Αλίκης. Ο Νίκος όμως πάντα ήθελε περισσότερα. Πάντα κάτι του έλειπε.
«Και η Αλίκη;» ρώτησα με τρεμάμενη φωνή.
«Θα τη βλέπω όσο θέλω. Δεν θα την αφήσω.»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. «Εσύ φεύγεις, Νίκο. Εσύ διαλύεις το σπίτι μας.»
Γύρισε το βλέμμα του αλλού. «Δεν καταλαβαίνεις…»
Εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα τα λόγια της μάνας μου, της Μαρίας. Πάντα μου έλεγε: «Μην αφήνεις ποτέ κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.» Όταν ήμουν μικρή, την έβλεπα να παλεύει με τον πατέρα μου – έναν άνθρωπο σκληρό, που δεν ήξερε να αγαπάει. Εκείνη όμως στεκόταν πάντα όρθια.
Πήγα στην κουζίνα και άνοιξα το παράθυρο. Η μυρωδιά από τα γιασεμιά της γειτόνισσας μπήκε μέσα. Θυμήθηκα πόσες φορές είχα σταθεί εκεί, κλαίγοντας σιωπηλά για τους καβγάδες μας. Πόσες φορές είχα προσπαθήσει να τον καταλάβω, να του δώσω χώρο, να μην τον πιέζω.
Το ίδιο βράδυ, όταν η Αλίκη κοιμήθηκε, κάθισα μόνη στο τραπέζι της κουζίνας. Έπιασα το τηλέφωνο και πήρα τη μάνα μου.
«Μαμά… Ο Νίκος θέλει διαζύγιο.»
Άκουσα μια βαριά ανάσα από την άλλη γραμμή. «Κορίτσι μου… Μην φοβάσαι. Θα περάσει κι αυτό.»
«Μαμά, πονάω…»
«Ξέρω. Αλλά πρέπει να σταθείς στα πόδια σου. Για σένα και για την Αλίκη.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και έβαλα τα κλάματα. Δεν ήξερα αν θα τα κατάφερνα.
Τις επόμενες μέρες ο Νίκος έφυγε από το σπίτι. Η Αλίκη με ρωτούσε κάθε βράδυ πού είναι ο μπαμπάς. Της είπα ότι ο μπαμπάς θα μένει αλλού για λίγο καιρό. Τα βράδια άκουγα τους γείτονες να μαλώνουν για τα λεφτά, για τους λογαριασμούς, για τα παιδιά τους που έφυγαν στο εξωτερικό. Η ζωή στην Αθήνα δεν είναι εύκολη – ειδικά για μια γυναίκα μόνη με παιδί.
Στη δουλειά – σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στην Πατησίων – προσπαθούσα να μην δείχνω τίποτα. Η Ελένη, η συνάδελφός μου, με ρώτησε μια μέρα:
«Κατερίνα, είσαι καλά; Σαν να έχεις χαθεί τελευταία.»
Χαμογέλασα αμήχανα. «Όλα καλά…»
Το βράδυ που ο Νίκος ήρθε να πάρει μερικά ρούχα του, έγινε χαμός.
«Δεν μπορείς να με διώξεις έτσι!» φώναξε.
«Εσύ έφυγες πρώτος!» του απάντησα με δάκρυα στα μάτια.
Η Αλίκη στεκόταν στην πόρτα και μας κοιτούσε τρομαγμένη.
«Σταματήστε!» φώναξε ξαφνικά.
Σταματήσαμε αμέσως. Την πήρα αγκαλιά και ένιωσα πόσο μικρή και ευάλωτη ήταν.
Τις επόμενες εβδομάδες άρχισαν τα δύσκολα: οι δικηγόροι, οι συζητήσεις για τη διατροφή, οι φίλοι που απομακρύνθηκαν γιατί δεν ήξεραν τι να πουν. Η μάνα μου ερχόταν κάθε Σάββατο με πίτες και κουλουράκια – προσπαθούσε να γεμίσει το κενό στο σπίτι μας.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί, σκέφτηκα όλα όσα είχα χάσει: τη σιγουριά, την αγκαλιά του Νίκου όταν όλα πήγαιναν καλά, τα όνειρα που κάναμε όταν ήμασταν νέοι και νομίζαμε πως τίποτα δεν θα μας χωρίσει.
Αλλά σιγά-σιγά άρχισα να θυμάμαι και όλα όσα είχα κερδίσει: την ανεξαρτησία μου, τη δύναμη που δεν ήξερα ότι είχα μέσα μου, τη σχέση μου με την Αλίκη που έγινε πιο βαθιά από ποτέ.
Μια μέρα η Αλίκη με ρώτησε:
«Μαμά, θα ξαναγυρίσει ο μπαμπάς;»
Την κοίταξα στα μάτια και της είπα: «Δεν ξέρω αγάπη μου… Αλλά ό,τι κι αν γίνει, εγώ θα είμαι πάντα εδώ για σένα.»
Τον Νίκο τον είδα ξανά μετά από μήνες – είχε αλλάξει δουλειά, είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα. Πόνεσα πολύ όταν το έμαθα, αλλά δεν έκλαψα αυτή τη φορά. Είχα μάθει πια πως η ζωή συνεχίζεται – κι ότι καμιά φορά πρέπει να χάσεις για να βρεις τον εαυτό σου.
Σήμερα, χρόνια μετά, κάθομαι στο ίδιο μπαλκόνι και κοιτάζω την Αλίκη που διαβάζει για τις Πανελλήνιες. Η ζωή μας δεν είναι τέλεια – έχουμε ακόμα δυσκολίες, λογαριασμούς που τρέχουν, αγωνίες για το αύριο. Αλλά έχουμε η μία την άλλη.
Σκέφτομαι συχνά τα λόγια της μάνας μου: «Να θυμάσαι ποια είσαι.» Και αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες σαν εμένα φοβούνται να κάνουν το βήμα; Πόσοι άνθρωποι μένουν σε σχέσεις που τους πονάνε από φόβο; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;