«Έφυγα από το σπίτι και άφησα πίσω τη μάνα μου»: Η αδερφή μου με λέει εγωίστρια, αλλά δεν μετανιώνω

«Πάλι θα φύγεις, Μαρία; Πάλι θα μας αφήσεις;»

Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να την ακούω κάθε φορά που ξυπνάω μόνη στο μικρό διαμέρισμα της Κυψέλης. Ήταν βράδυ, τέλη Αυγούστου, όταν της το είπα. Καθόμασταν στην αυλή, κάτω από το φως του φεγγαριού, κι η μάνα μας μέσα μαγείρευε φασολάκια. Η Ελένη είχε τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος και με κοίταζε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή, ένοχη, αδύναμη.

«Δεν αντέχω άλλο εδώ», της απάντησα ψιθυριστά. «Δεν είναι ζωή αυτή. Θέλω να δοκιμάσω κάτι άλλο. Να ζήσω.»

«Και η μάνα;»

Σιώπησα. Πώς να της εξηγήσω ότι κάθε μέρα που περνούσε στο χωριό ένιωθα πως χανόμουν; Ότι το αγρόκτημα, τα ζώα, οι ίδιες διαδρομές, οι ίδιες φωνές, με έπνιγαν; Ότι ήθελα να αναπνεύσω αέρα που δεν μύριζε κοπριά και υγρασία;

Η μάνα μας, η κυρά-Ανθούλα, ήταν πάντα δυνατή. Μας μεγάλωσε μόνες μας μετά τον θάνατο του πατέρα – εγώ ήμουν πέντε, η Ελένη δέκα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνον. Θυμάμαι όμως τη μάνα να ξυπνάει πριν χαράξει για να ταΐσει την αγελάδα, να σφάζει κότες για το Πάσχα, να μαζεύει ελιές με τα χέρια σκασμένα από το κρύο. Πάντα χαμογελούσε όταν μας έβλεπε να τρώμε.

Η Ελένη έμεινε κοντά της. Πάντα ήταν το «καλό παιδί». Δεν έφυγε ποτέ από το χωριό. Παντρεύτηκε τον Γιάννη, έναν αγρότη από το διπλανό χωριό, και έμειναν δίπλα στη μάνα. Εγώ όμως… Εγώ πάντα ήθελα κάτι άλλο.

Όταν τελείωσα το λύκειο, είπα πως θα πάω στην Αθήνα για σπουδές. Η μάνα δεν είπε τίποτα – μόνο μου έβαλε λίγο ψωμί και τυρί σε μια πετσέτα και μου έδωσε ένα εικοσάρικο. «Να προσέχεις», είπε. Η Ελένη δεν ήρθε καν στον σταθμό.

Στην Αθήνα όλα ήταν ξένα. Τα λεωφορεία γεμάτα κόσμο που δεν κοιτούσε ποτέ στα μάτια. Τα σπίτια στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Δούλευα σε καφετέριες για να πληρώνω το νοίκι και τα βιβλία μου. Τα βράδια έκλαιγα από μοναξιά – αλλά δεν γύρισα πίσω.

Τα χρόνια πέρασαν. Έγινα δασκάλα. Βρήκα δουλειά σε ένα δημοτικό σχολείο στο Περιστέρι. Έκανα φίλους – τη Σοφία, τον Νίκο, την Άννα. Κάποια στιγμή γνώρισα τον Μιχάλη. Ήταν γλυκός, γελούσε πολύ, αλλά είχε κι εκείνος τις πληγές του. Μείναμε μαζί τρία χρόνια – μετά χώρισαν οι δρόμοι μας.

Στο μεταξύ, η μάνα μεγάλωνε. Η Ελένη με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε τόσο:

«Η μάνα δεν είναι καλά σήμερα.»
«Πότε θα έρθεις να τη δεις;»
«Όλο λες θα έρθεις και ποτέ δεν έρχεσαι.»

Κάθε φορά που άκουγα τη φωνή της Ελένης ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Αλλά πάντα έβρισκα δικαιολογίες: «Έχω δουλειά», «Έχω εξετάσεις», «Δεν βρίσκω εισιτήριο». Η αλήθεια είναι πως φοβόμουν να επιστρέψω – φοβόμουν τα βλέμματα των συγχωριανών, τα σχόλια για την «Αθηναία» που ξέχασε τη μάνα της.

Μια φορά μόνο γύρισα – ήταν Πάσχα πριν τρία χρόνια. Η μάνα είχε αρρωστήσει βαριά με πνευμονία. Μπήκα στο παλιό σπίτι και μύρισα πάλι εκείνο το γνώριμο άρωμα: ξύλο, χώμα, φαγητό στη φωτιά. Η μάνα καθόταν στην πολυθρόνα της, αδύναμη αλλά χαμογελαστή.

«Ήρθες, Μαρία μου;»

Έσκυψα και φίλησα τα χέρια της – ήταν τόσο λεπτά που φοβήθηκα μην τα σπάσω.

«Συγγνώμη που άργησα», ψιθύρισα.

Με κοίταξε στα μάτια – εκείνο το βλέμμα που μόνο οι μανάδες έχουν.

«Να ζήσεις τη ζωή σου, παιδί μου», είπε μόνο.

Έμεινα λίγες μέρες και μετά πάλι πίσω στην Αθήνα. Η Ελένη δεν μου μιλούσε πολύ – μόνο με κοιτούσε με εκείνο το σκληρό βλέμμα.

Τον περασμένο χειμώνα η μάνα πέθανε. Δεν πρόλαβα να τη δω ζωντανή άλλη φορά. Η Ελένη με πήρε τηλέφωνο:

«Έφυγε…»

Έτρεξα στο χωριό μέσα στη βροχή. Το σπίτι άδειο πια – μόνο η μυρωδιά της είχε μείνει στους τοίχους. Η Ελένη δεν μου μιλούσε καν στην κηδεία. Οι συγχωριανοί ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου: «Η μικρή που την παράτησε…»

Μετά την κηδεία κάτσαμε οι δυο μας στην αυλή.

«Γιατί δεν ήρθες πιο συχνά;» με ρώτησε η Ελένη.

Δεν απάντησα – τι να πω; Ότι φοβόμουν; Ότι ήθελα να ζήσω αλλιώς;

«Εσύ είσαι εγωίστρια», είπε τελικά. «Εγώ έμεινα εδώ, εγώ την κράτησα.»

Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Τώρα, κάθε βράδυ που γυρίζω στο άδειο διαμέρισμα και κοιτάζω τα φώτα της πόλης από το παράθυρο, σκέφτομαι τη μάνα και την Ελένη. Έκανα καλά που έφυγα; Ή μήπως πρόδωσα αυτούς που με χρειάζονταν;

Αλλά αν είχα μείνει… θα ήμουν ζωντανή ή απλώς μια σκιά του εαυτού μου;

Άραγε υπάρχει σωστή απάντηση; Ή μήπως όλοι κουβαλάμε τις ενοχές μας σαν δεύτερο δέρμα;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;