Πίσω από Κλειστές Πόρτες: Το Μυστικό των Εταιρικών Εκδηλώσεων του Νίκου
«Γιατί δεν με θες ποτέ μαζί σου;» Η φωνή μου έσπασε τη σιωπή του σαλονιού, ενώ ο Νίκος έβαζε βιαστικά το σακάκι του. Ήταν η τρίτη φορά φέτος που είχε εταιρικό πάρτι και, όπως πάντα, εγώ θα έμενα σπίτι με τα παιδιά.
«Δεν είναι για συντρόφους, Μαρία. Είναι καθαρά επαγγελματικό. Θα βαρεθείς, πίστεψέ με», απάντησε χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια. Ήξερα αυτό το βλέμμα – το είχε κάθε φορά που έλεγε ψέματα. Το στομάχι μου σφίχτηκε. Πόσα χρόνια τώρα άκουγα την ίδια δικαιολογία; Από τότε που μετακομίσαμε στην Αθήνα για τη δουλειά του, ένιωθα πάντα στο περιθώριο της ζωής του.
Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω του, έμεινα να κοιτάζω το άδειο διαμέρισμα. Τα παιδιά κοιμόντουσαν. Η τηλεόραση έπαιζε χαμηλά, αλλά δεν άκουγα τίποτα. Το μυαλό μου γύριζε ξανά και ξανά στη σκηνή που μόλις είχε διαδραματιστεί. Γιατί να μην θέλει να πάω; Τι φοβόταν;
Την επόμενη μέρα, η φίλη μου η Ελένη με πήρε τηλέφωνο. «Μαρία, είδα φωτογραφίες από το πάρτι του Νίκου στο Facebook της εταιρείας του. Ήταν όλοι εκεί με τις γυναίκες τους! Η Άννα, η Σοφία… Όλες! Εσύ γιατί δεν πήγες;»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Δεν ήξερα ότι μπορούσα… Ο Νίκος είπε πως δεν καλούν συντρόφους.»
Η Ελένη σώπασε για λίγο. «Μαρία… μήπως πρέπει να μιλήσετε σοβαρά;»
Όλο το απόγευμα ήμουν σαν χαμένη. Θυμήθηκα τα λόγια της μητέρας μου: «Οι άντρες λένε ψέματα για να αποφύγουν τα δύσκολα.» Αλλά αυτό δεν ήταν απλό ψέμα. Ήταν κάτι βαθύτερο.
Όταν γύρισε ο Νίκος, τον περίμενα στην κουζίνα. «Θέλω να μιλήσουμε», είπα αποφασιστικά.
«Τώρα; Είμαι κουρασμένος…»
«Τώρα.» Η φωνή μου δεν σήκωνε αντίρρηση.
Τον κοίταξα στα μάτια. «Γιατί μου είπες ψέματα; Γιατί δεν ήθελες να πάω στα πάρτι; Όλες οι γυναίκες των συναδέλφων σου ήταν εκεί.»
Ο Νίκος έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά κατέβασε το βλέμμα.
«Δεν ήθελα να σε μπλέξω σε όλο αυτό… Δεν ταιριάζεις με αυτούς τους ανθρώπους, Μαρία. Είναι ψεύτικοι, επιφανειακοί. Δεν ήθελα να σε δω να νιώθεις άβολα.»
«Ή μήπως δεν ήθελες να δεις εσύ κάτι;» τον διέκοψα. «Μήπως φοβάσαι ότι θα δω πώς πραγματικά φέρεσαι όταν δεν είμαι εκεί;»
Η φωνή μου έτρεμε από θυμό και απογοήτευση.
«Δεν καταλαβαίνεις…» ψιθύρισε.
«Όχι, δεν καταλαβαίνω! Γιατί να μην θέλεις να είμαι μέρος της ζωής σου; Γιατί να με κρατάς στο περιθώριο;»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα – πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.
«Μαρία… φοβόμουν ότι θα ντραπείς για μένα. Ότι θα δεις πόσο λίγος είμαι μπροστά στους άλλους. Όλοι έχουν πετύχει, έχουν γυναίκες λαμπερές, μορφωμένες… Εσύ είσαι απλή, γλυκιά, αλλά…»
Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά μου.
«Δηλαδή ντρέπεσαι για μένα;»
«Όχι! Για μένα ντρέπομαι! Γιατί δεν μπορώ να σου προσφέρω όσα αξίζεις…»
Η συζήτηση κατέληξε σε κλάματα και σιωπή. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα μόνη στον καναπέ.
Τις επόμενες μέρες, η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά. Τα παιδιά καταλάβαιναν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η μικρή μου κόρη, η Κατερίνα, με ρώτησε: «Μαμά, γιατί ο μπαμπάς είναι λυπημένος;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Η μητέρα μου ήρθε για καφέ και κατάλαβε αμέσως ότι κάτι συνέβαινε.
«Μαρία, παιδί μου, οι άντρες έχουν τα δικά τους βάρη. Αλλά εσύ πρέπει να διεκδικείς τη θέση σου στη ζωή του.»
Σκέφτηκα τα λόγια της όλη μέρα. Το βράδυ πήρα μια απόφαση.
«Νίκο, θέλω να πάμε μαζί στην επόμενη εκδήλωση της εταιρείας σου.»
Με κοίταξε έκπληκτος.
«Θα είναι δύσκολο…»
«Δεν με νοιάζει.»
Την ημέρα της εκδήλωσης ένιωθα νευρική. Διάλεξα ένα απλό φόρεμα – δεν ήθελα να προσποιηθώ κάτι που δεν είμαι. Ο Νίκος ήταν σιωπηλός όλη τη διαδρομή.
Όταν φτάσαμε, όλοι μας κοίταξαν περίεργα. Οι γυναίκες των συναδέλφων του ήταν όλες στημένες, γελούσαν δυνατά, μιλούσαν για ταξίδια και ακριβά ρούχα.
Η Άννα με πλησίασε πρώτη.
«Επιτέλους σε γνωρίζουμε! Ο Νίκος μας έχει πει τόσα για σένα!»
Χαμογέλασα αμήχανα.
Ο Νίκος στεκόταν δίπλα μου σαν χαμένος. Κάποια στιγμή τον είδα να μιλάει έντονα με τον διευθυντή του – φάνηκε να διαφωνούν για κάτι.
Γύρισα σπίτι εξαντλημένη. Ο Νίκος ήταν σκεπτικός.
«Συγγνώμη που σε απέκλεισα τόσα χρόνια», είπε τελικά. «Ήθελα να σε προστατέψω από τον κόσμο αυτόν… αλλά τελικά σε πλήγωσα περισσότερο.»
Δεν ήξερα αν μπορούσα να τον συγχωρήσω τόσο εύκολα. Η εμπιστοσύνη είχε ραγίσει.
Τις επόμενες εβδομάδες προσπαθήσαμε να ξαναβρούμε τις ισορροπίες μας. Πήγαμε μαζί βόλτες στη θάλασσα, μιλήσαμε ανοιχτά για τους φόβους και τις ανασφάλειές μας. Αλλά κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνό του από τη δουλειά, ένιωθα ένα αγκάθι στην καρδιά.
Μια μέρα βρήκα ένα μήνυμα στο κινητό του – μια συνάδελφος τον ευχαριστούσε για τη βοήθεια στη διοργάνωση του πάρτι και του έγραφε πόσο ωραία πέρασαν μαζί. Το μυαλό μου πήγε στο χειρότερο.
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρω;» τον ρώτησα τρέμοντας.
Ο Νίκος με κοίταξε κατάματα.
«Όχι, Μαρία. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά αν δεν με εμπιστεύεσαι πια, ίσως πρέπει να το παραδεχτούμε και οι δύο.»
Έκλαψα πολύ εκείνο το βράδυ. Δεν ήξερα αν μπορούσα να συνεχίσω έτσι – ανάμεσα στην αγάπη και την αμφιβολία.
Σήμερα, μήνες μετά, ακόμα προσπαθούμε. Κάποιες πληγές δεν κλείνουν εύκολα. Αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω την αλήθεια – όσο πονάει κι αν είναι.
Άραγε αξίζει πάντα η αλήθεια το τίμημα που πληρώνουμε για αυτήν; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;