«Δεν σε περιμένω φέτος τα Χριστούγεννα, μαμά» – Μια απόφαση που άλλαξε τα πάντα
«Μαμά, φέτος δεν σε περιμένω τα Χριστούγεννα. Θα είμαστε μόνοι μας με την Ελένη και τα παιδιά.»
Διάβασα το μήνυμα ξανά και ξανά, τα δάχτυλά μου έτρεμαν πάνω από το κινητό. Ο γιος μου, ο Νίκος, το παιδί που μεγάλωσα μόνη μου μετά τον θάνατο του άντρα μου, μου έστελνε αυτό το ψυχρό, κοφτό μήνυμα. Δεν υπήρχε ούτε μια λέξη αγάπης, ούτε μια εξήγηση. Μόνο μια απόφαση. Ένιωσα σαν να άνοιξε μια τρύπα στο στήθος μου. Πόσα Χριστούγεννα είχαμε περάσει μαζί; Πόσες φορές είχα μαγειρέψει γεμιστά και κουραμπιέδες, μόνο και μόνο για να τον δω να χαμογελάει;
«Γιατί, παιδί μου;» ψιθύρισα στον άδειο διάδρομο του σπιτιού μου στη Νέα Σμύρνη. Η φωνή μου αντήχησε στους τοίχους, σαν να περίμενα απάντηση από κάποιο φάντασμα.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η αδερφή μου, η Μαρία.
«Τι έχεις; Η φωνή σου ακούγεται περίεργη.»
«Ο Νίκος… δεν με θέλει φέτος τα Χριστούγεννα», της είπα με σπασμένη φωνή.
«Τι λες τώρα; Μετά από όλα όσα έχεις κάνει για αυτόν;»
Η Μαρία πάντα έλεγε τα πράγματα έξω από τα δόντια. Ήξερε πόσο είχα στηρίξει τον Νίκο. Όταν χώρισε με την Ελένη πριν τρία χρόνια, ήμουν εκεί να κρατήσω τα εγγόνια μου, να μαγειρέψω, να βοηθήσω με το νοίκι τους όταν δυσκολεύονταν. Και τώρα, που ξαναβρήκαν τον δρόμο τους και πήραν μαζί ένα διαμέρισμα στα Μελίσσια, εγώ ήμουν αυτή που έβαλα την υπογραφή για την εγγύηση της υποθήκης.
Και τώρα… τώρα ήμουν απλώς βάρος;
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Γύριζα στο κρεβάτι και σκεφτόμουν κάθε λεπτομέρεια της ζωής μας. Πώς έτρεχα μικρή να τον προλάβω στο σχολείο με το ποδήλατο, πώς του έραβα τα κουμπιά στα πουκάμισα όταν πήγαινε φαντάρος. Πώς του έδωσα όλα τα κοσμήματα της μάνας μου για να κάνει πρόταση γάμου στην Ελένη.
Το πρωί πήγα στην τράπεζα. Είχα υποσχεθεί στον Νίκο ότι θα του μεταφέρω 10.000 ευρώ για την τελευταία δόση της υποθήκης. Ήταν τα χρήματα που είχα μαζέψει μια ζωή, στερώντας από τον εαυτό μου διακοπές, ρούχα, ακόμα και γιατρούς.
Στάθηκα μπροστά στο γκισέ και κοίταξα τη νεαρή υπάλληλο στα μάτια.
«Θέλω να ακυρώσω τη μεταφορά των χρημάτων», της είπα.
Με κοίταξε με απορία. «Είστε σίγουρη;»
Έγνεψα καταφατικά. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα ότι έπαιρνα μια απόφαση για μένα.
Το απόγευμα ο Νίκος με πήρε τηλέφωνο.
«Μαμά, τι έγινε με τα λεφτά; Η τράπεζα λέει ότι δεν έγινε η μεταφορά.»
Η φωνή του ήταν γεμάτη ένταση, όχι αγωνία για μένα – μόνο για τα χρήματα.
«Νίκο… διάβασα το μήνυμά σου. Δεν με θέλεις φέτος τα Χριστούγεννα. Ίσως είναι ώρα να σκεφτώ κι εγώ λίγο τον εαυτό μου.»
Έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα.
«Μαμά, δεν το εννοούσα έτσι… Απλώς η Ελένη είπε ότι θέλει να περάσουμε ήσυχα φέτος, μόνοι μας.»
«Και εγώ; Εγώ τι είμαι;»
Άκουσα ένα βαθύ αναστεναγμό.
«Μαμά, μην κάνεις έτσι τώρα…»
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς άλλη κουβέντα. Τα χέρια μου έτρεμαν. Δεν ήξερα αν έκανα το σωστό ή αν ήμουν απλώς μικρόψυχη.
Τις επόμενες μέρες, η Μαρία ερχόταν κάθε απόγευμα στο σπίτι. Καθόμασταν στην κουζίνα και πίναμε καφέ.
«Μην αφήνεις να σε εκμεταλλεύονται άλλο», μου είπε μια μέρα. «Έχεις κι εσύ δικαίωμα στη χαρά.»
Αλλά πώς να χαρώ όταν ο γιος μου με είχε απορρίψει;
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων άκουγα τις φωνές των παιδιών από το διπλανό διαμέρισμα. Μυρωδιές από ψητό αρνί και μελομακάρονα γέμιζαν τον αέρα. Έβαλα ένα ποτήρι κρασί και κάθισα στο μπαλκόνι, κοιτώντας τα φώτα της πόλης.
Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα την πόρτα και είδα την Ελένη μπροστά μου, κρατώντας ένα κουτί με κουραμπιέδες.
«Καλησπέρα κυρία Σοφία…» είπε διστακτικά.
Την κοίταξα στα μάτια. «Γιατί ήρθες;»
«Ο Νίκος… είναι πολύ θυμωμένος μαζί σας», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά εγώ… δεν θέλω να περάσετε μόνη σας τα Χριστούγεννα.»
Ένιωσα ένα κύμα συγκίνησης να με πλημμυρίζει.
«Εσύ του ζήτησες να μην έρθω;»
Κατέβασε το βλέμμα της. «Ήθελα απλώς λίγη ησυχία… Δεν καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι να νιώθεις πάντα ότι πρέπει να αποδείξεις κάτι στη μητέρα του άντρα σου.»
Έμεινα σιωπηλή για λίγο.
«Κάθισε», της είπα τελικά. «Πιες ένα ποτήρι κρασί μαζί μου.»
Καθίσαμε στο μπαλκόνι και μιλήσαμε για ώρες – για τη μοναξιά, για τις προσδοκίες, για τις θυσίες που κάνει κάθε γυναίκα στην Ελλάδα για την οικογένειά της.
Όταν έφυγε, ένιωθα πιο ελαφριά. Ίσως δεν ήταν όλα όπως τα φανταζόμουν. Ίσως κι εγώ είχα γίνει βάρος χωρίς να το καταλάβω.
Την επόμενη μέρα ο Νίκος με πήρε ξανά τηλέφωνο.
«Μαμά… συγγνώμη αν σε πλήγωσα», είπε διστακτικά.
«Κι εγώ συγγνώμη αν έγινα πιεστική», του απάντησα.
Δεν ξέρω αν θα ξαναβρούμε ποτέ τη σχέση που είχαμε. Αλλά εκείνο το βράδυ κατάλαβα ότι πρέπει να βάζω κι εγώ όρια – όχι μόνο για μένα, αλλά και για εκείνον.
Τώρα αναρωτιέμαι: Είναι άραγε εγωισμός να σκέφτεσαι τον εαυτό σου μετά από μια ζωή θυσίες; Ή μήπως είναι δικαιοσύνη; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;