«Έδωσα τα πάντα για τα παιδιά μου – σήμερα νιώθω σαν σκιά στη ζωή τους. Άξιζα αυτή τη μοναξιά;»
«Μάνα, δεν γίνεται να μείνεις άλλο εδώ. Η Μαρία είναι έγκυος, το σπίτι είναι μικρό, πρέπει να βρεις μια λύση.»
Η φωνή του γιου μου, του Νίκου, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν βράδυ, καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας, εκεί που κάποτε γελούσαμε όλοι μαζί. Τώρα, όμως, το βλέμμα του ήταν σκληρό, γεμάτο ανυπομονησία. Η νύφη μου, η Μαρία, απέφευγε να με κοιτάξει. Έπαιζε νευρικά με το κουτάλι της.
«Νίκο μου, πού να πάω; Εδώ μεγάλωσες, εδώ μεγάλωσε κι η αδερφή σου…» ψιθύρισα. Η φωνή μου έτρεμε. Δεν ήθελα να φανώ αδύναμη, αλλά μέσα μου ένιωθα να καταρρέω.
«Μάνα, σε παρακαλώ… Δεν είναι εύκολο για κανέναν μας. Εσύ είπες πως θα μας βοηθήσεις. Μας έδωσες το σπίτι για να κάνουμε οικογένεια. Τώρα πρέπει να σκεφτείς και εμάς.»
Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια. Θυμήθηκα τον άντρα μου, τον Στέλιο – πόσο περήφανος ήταν όταν αγοράσαμε αυτό το διαμέρισμα στα Πατήσια. Πόσα χρόνια δουλέψαμε μαζί στη λαϊκή για να το ξεπληρώσουμε…
Όταν πέθανε ο Στέλιος, έμεινα μόνη με δυο παιδιά. Έκανα τα πάντα για τον Νίκο και την Άννα. Δεν ήθελα ποτέ να τους λείψει τίποτα. Όταν ο Νίκος παντρεύτηκε τη Μαρία και δυσκολεύονταν οικονομικά, τους πρότεινα να μεταβιβάσω το σπίτι στο όνομά τους. «Εγώ θα βολευτώ», είπα τότε. «Εσείς να είστε καλά.»
Τώρα όμως… τώρα ήμουν βάρος.
Τις επόμενες μέρες μάζεψα τα πράγματά μου σιωπηλά. Η Άννα δεν ήρθε καν να με δει. «Έχω πολλή δουλειά, μαμά», είπε στο τηλέφωνο. «Θα περάσω μόλις μπορέσω.»
Βρήκα ένα μικρό διαμέρισμα στο Κερατσίνι, παλιό και σκοτεινό. Τα λεφτά που είχα στην άκρη δεν έφταναν για κάτι καλύτερο. Οι μέρες περνούσαν αργά. Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε ποτέ.
Κάθε Κυριακή έφτιαχνα γιουβαρλάκια – το αγαπημένο του Νίκου – και περίμενα μήπως περάσει να φάμε μαζί όπως παλιά. Μάταια.
Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρία Φρόσω.
«Ελένη μου, τι κάνεις; Δεν σε βλέπω καθόλου…»
Έβαλα τα κλάματα μπροστά της. Δεν άντεχα άλλο τη σιωπή.
«Τα παιδιά σου;» με ρώτησε διστακτικά.
«Δεν έχουν χρόνο…» απάντησα πικρά.
Η κυρία Φρόσω με αγκάλιασε σφιχτά. «Όλοι τα ίδια περνάμε, Ελένη μου. Τα παιδιά φεύγουν, ξεχνάνε…»
Τις νύχτες ξαγρυπνούσα κοιτώντας τις φωτογραφίες μας: ο Νίκος μικρός με το ποδήλατο, η Άννα με τις κοτσίδες της την πρώτη μέρα στο σχολείο… Πού πήγε όλη αυτή η αγάπη;
Μια μέρα αποφάσισα να πάρω τηλέφωνο την Άννα.
«Άννα μου…»
«Ναι μαμά; Τι έγινε;»
«Ήθελα να σε δω… Να πιούμε έναν καφέ…»
«Δεν μπορώ τώρα μαμά, έχω δουλειά. Θα σε πάρω εγώ.»
Το έκλεισε βιαστικά.
Ένιωθα σαν σκιά στη ζωή τους. Όσο κι αν προσπάθησα, όσο κι αν θυσίασα, τώρα ήμουν απλώς μια υποχρέωση που έπρεπε να διαχειριστούν.
Ένα απόγευμα χτύπησε ξανά το τηλέφωνο.
«Μάνα;» Η φωνή του Νίκου ήταν ψυχρή.
«Ναι παιδί μου;»
«Η Μαρία γέννησε… Έχουμε πολλή δουλειά εδώ. Μην έρθεις ακόμα στο σπίτι.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και ξέσπασα σε λυγμούς. Ο εγγονός μου γεννήθηκε κι εγώ δεν ήμουν εκεί.
Σκέφτηκα να πάω απρόσκλητη, αλλά φοβήθηκα μήπως τους φέρω σε δύσκολη θέση. Έμεινα σπίτι, κρατώντας σφιχτά ένα πλεκτό που είχα φτιάξει για το μωρό.
Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Η μοναξιά έγινε φίλη μου – πικρή φίλη, αλλά σταθερή.
Μια μέρα συνάντησα τυχαία την Άννα στο σούπερ μάρκετ.
«Μαμά! Τι κάνεις εδώ;»
«Ψωνίζω… Εσύ;»
«Περνάω να πάρω κάτι στα γρήγορα.»
Στάθηκε αμήχανη.
«Άννα μου… Μου λείπετε.»
Με κοίταξε στα μάτια – για πρώτη φορά μετά από καιρό είδα λίγη ζεστασιά στο βλέμμα της.
«Κι εμένα μαμά… Αλλά η ζωή τρέχει… Δεν προλαβαίνω ούτε τον εαυτό μου.»
Ήθελα να της πω πως εγώ ήμουν πάντα εκεί – όταν ξενυχτούσε διαβάζοντας για τις Πανελλήνιες, όταν έκλαιγε για τον πρώτο της χωρισμό… Αλλά δεν είπα τίποτα.
Γύρισα σπίτι και κάθισα στη μικρή κουζίνα κοιτώντας το ρολόι. Οι ώρες περνούσαν αργά.
Το βράδυ πήρα θάρρος και τηλεφώνησα στον Νίκο.
«Νίκο μου… Πότε μπορώ να δω το μωρό;»
Σιωπή στην άλλη άκρη.
«Θα σε πάρουμε εμείς όταν μπορέσουμε.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου που δεν λέει να φύγει ακόμα και σήμερα.
Σκέφτομαι συχνά: άξιζε αυτή η θυσία; Έδωσα τα πάντα – χρόνο, χρήματα, αγάπη – κι όμως τώρα νιώθω αόρατη στη ζωή των παιδιών μου.
Κάθε πρωί ξυπνάω και ελπίζω πως ίσως σήμερα θα θυμηθούν να με πάρουν ένα τηλέφωνο. Ίσως σήμερα θα χτυπήσει η πόρτα και θα δω ένα χαμόγελο από τα παιδιά μου ή τον εγγονό μου.
Αλλά οι μέρες περνούν και η σιωπή μεγαλώνει.
Αλήθεια… Πόση αγάπη μπορεί να αντέξει μια καρδιά πριν σπάσει; Και τελικά… αξίζει να δίνεις τα πάντα όταν στο τέλος μένεις μόνος;