«Γιατί δεν ήσουν εκεί;» – Η ιστορία μου με τη μητέρα μου και τον άρρωστο αδερφό μου
«Γιατί δεν ήσουν εκεί; Γιατί δεν βοήθησες τον αδερφό σου;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό από εκείνο το βράδυ που έφυγα από το σπίτι. Ήταν Ιούνιος, λίγο μετά τις πανελλήνιες, και το σπίτι μας στη Νίκαια έβραζε από ένταση. Ο πατέρας μου είχε φύγει χρόνια πριν, αφήνοντας πίσω του μια μάνα πικραμένη και δύο παιδιά – εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου, τον Μανώλη, που γεννήθηκε με σοβαρά προβλήματα υγείας.
«Δεν καταλαβαίνεις τι περνάω! Εσύ μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι!» φώναζε η μάνα μου, ενώ εγώ προσπαθούσα να μαζέψω λίγα ρούχα σε μια παλιά τσάντα. «Πάντα εσύ, Ελένη! Πάντα εσύ να φεύγεις όταν σε χρειάζομαι!»
Δεν ήξερα αν έπρεπε να απαντήσω ή να σωπάσω. Από μικρή ήμουν η «μεγάλη», αυτή που έπρεπε να βοηθάει, να διαβάζει καλά, να προσέχει τον Μανώλη όταν η μάνα μου δούλευε στο καθαριστήριο. Θυμάμαι να ξυπνάω τα ξημερώματα για να του δώσω φάρμακα, να τον πηγαίνω στο νοσοκομείο με το λεωφορείο, να του διαβάζω παραμύθια όταν έκλαιγε από τους πόνους. Κι όμως, τίποτα δεν ήταν αρκετό.
«Μαμά, δεν μπορώ άλλο…» ψιθύρισα τότε, αλλά εκείνη είχε ήδη αρχίσει το γνωστό της τροπάριο: «Άχρηστη! Εγωίστρια! Μακάρι να πάθεις κι εσύ ό,τι ο αδερφός σου!»
Αυτές οι λέξεις με κυνηγούν ακόμα. Έφυγα εκείνο το βράδυ χωρίς να κοιτάξω πίσω. Πήγα σε μια φίλη μου, τη Σοφία, που με φιλοξένησε μέχρι να βρω δουλειά σε ένα καφέ στο κέντρο. Τα πρώτα βράδια δεν κοιμόμουν. Έβλεπα στον ύπνο μου τον Μανώλη να με φωνάζει, τη μάνα μου να με καταριέται. Κάθε μέρα έβρισκα στο κινητό μου μηνύματα από άγνωστους αριθμούς:
«Να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ!»
«Να πάθεις κι εσύ καρκίνο!»
«Να πεθάνεις μόνη σου!»
Έκλαιγα σιωπηλά στο μπάνιο του σπιτιού της Σοφίας για να μην με ακούσει. Ντρεπόμουν. Πώς γίνεται μια μάνα να εύχεται τέτοια πράγματα στο παιδί της; Τι είχα κάνει τόσο λάθος;
Η Σοφία προσπαθούσε να με στηρίξει: «Ελένη, δεν φταις εσύ. Η μάνα σου έχει θυμό, πόνο…» Μα εγώ ένιωθα ότι κουβαλούσα όλη την ευθύνη του κόσμου. Όταν ο Μανώλης μπήκε ξανά στο νοσοκομείο, η μάνα μου με πήρε τηλέφωνο από άλλο νούμερο:
«Αν πεθάνει, θα είναι δικό σου φταίξιμο!»
Έκλεισα το τηλέφωνο τρέμοντας. Δεν πήγα στο νοσοκομείο. Δεν άντεχα να δω τα μάτια του αδερφού μου γεμάτα απορία – γιατί έφυγα; Γιατί δεν ήμουν εκεί;
Πέρασαν μήνες έτσι. Δούλευα όλη μέρα, έκανα οικονομία για ένα μικρό δωμάτιο στα Πετράλωνα. Η ζωή στην Αθήνα είναι σκληρή όταν είσαι μόνη σου και 19 χρονών. Τα λεφτά δεν έφταναν ποτέ, οι λογαριασμοί έρχονταν σωρηδόν. Κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό μου από άγνωστο νούμερο, η καρδιά μου σταματούσε.
Μια μέρα, ενώ σέρβιρα καφέδες σε κάτι φοιτητές, χτύπησε πάλι το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά ήταν ο θείος μου ο Γιώργος:
«Ελένη, η μάνα σου είναι χάλια. Ο Μανώλης χειροτερεύει… Δεν μπορείς να έρθεις έστω για λίγο;»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Ήθελα να πάω, αλλά φοβόμουν. Φοβόμουν τα βλέμματα, τα λόγια, τις κατηγορίες. Τι θα έλεγε η γειτονιά; Ήδη είχαν αρχίσει τα κουτσομπολιά: «Η Ελένη παράτησε τη μάνα και τον άρρωστο αδερφό της…»
Το ίδιο βράδυ κάθισα στο μικρό μπαλκόνι του δωματίου μου και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Θυμήθηκα τα παιδικά μας χρόνια – τα καλοκαίρια στη Σαλαμίνα, τις Κυριακές που πηγαίναμε όλοι μαζί στην εκκλησία. Πότε χάθηκαν όλα αυτά; Πότε έγινε η μάνα μου τόσο σκληρή;
Την επόμενη μέρα πήρα το θάρρος και πήγα στο νοσοκομείο. Ο Μανώλης ήταν χλωμός, αδύναμος. Με κοίταξε με μεγάλα μάτια.
«Ελένη… ήρθες;» ψιθύρισε.
Η μάνα μου καθόταν σε μια γωνία και με κοίταζε με μίσος.
«Τώρα θυμήθηκες ότι έχεις αδερφό;» είπε ειρωνικά.
Δεν απάντησα. Κάθισα δίπλα στον Μανώλη και του χάιδεψα τα μαλλιά.
«Συγγνώμη που άργησα…»
Έμεινα μαζί του ώσπου κοιμήθηκε. Η μάνα μου δεν είπε άλλη λέξη. Όταν σηκώθηκα να φύγω, με σταμάτησε στον διάδρομο.
«Να μην ξαναπατήσεις εδώ αν είναι να μας αφήνεις πάλι!»
Έφυγα τρέχοντας. Από τότε δεν ξαναπήγα. Τα μηνύματα συνεχίστηκαν – πιο σκληρά από ποτέ. Άλλαζα αριθμούς, μπλόκαρα επαφές, αλλά πάντα έβρισκε τρόπο να με βρει.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Μανώλης πέθανε πριν κλείσει τα 22 του. Το έμαθα από μια ξαδέρφη μου στο Facebook – η μάνα μου δεν μπήκε καν στον κόπο να με ειδοποιήσει. Έκλαψα όλη νύχτα για τον αδερφό που δεν πρόλαβα να αποχαιρετήσω όπως ήθελα.
Σήμερα είμαι 27 χρονών και ζω ακόμα στα Πετράλωνα. Έχω μια δουλειά που αγαπώ σε ένα βιβλιοπωλείο και λίγους καλούς φίλους που έγιναν οικογένειά μου. Η μάνα μου συνεχίζει να στέλνει κατάρες και απειλές – τώρα πια τις διαβάζω χωρίς να κλαίω.
Αλλά πάντα αναρωτιέμαι: Μπορεί ποτέ μια μάνα να συγχωρέσει το παιδί της; Ή μήπως πρέπει πρώτα το παιδί να συγχωρέσει τη μάνα του για όλα όσα δεν μπόρεσε να δώσει;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα επιστρέφατε ποτέ σε μια τέτοια οικογένεια;