Μια νύχτα στο αστυνομικό τμήμα: Πώς η μητρική αγωνία διέλυσε την οικογένειά μου

«Μαμά, γιατί φωνάζουν όλοι;» Η φωνούλα του μικρού μου Νικόλα αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην πέρασε ούτε λεπτό από εκείνη τη νύχτα. Τον κρατούσα σφιχτά στην αγκαλιά μου, τα χέρια μου έτρεμαν, και το μόνο που ήθελα ήταν να τον προστατέψω από όλα. Αλλά πώς να προστατέψεις το παιδί σου όταν εσύ η ίδια είσαι κομμάτια;

Όλα ξεκίνησαν το βράδυ της γιορτής του πατέρα μου, του κυρ-Γιάννη. Μαζευτήκαμε στο παλιό σπίτι στη Νέα Ιωνία, όπως κάθε χρόνο. Η μάνα μου, η κυρα-Ελένη, είχε στρώσει τραπέζι με τα πάντα: γεμιστά, παστίτσιο, τυρόπιτες, όλα φτιαγμένα με τα χέρια της. Ο αδερφός μου ο Μανώλης ήρθε με τη γυναίκα του, τη Σοφία, και τα δίδυμα. Ο άντρας μου, ο Πέτρος, καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, σιωπηλός όπως πάντα.

«Άννα, βάλε λίγο κρασί στον Πέτρο», είπε η μάνα μου με εκείνο το βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση. Έκανα ό,τι μου ζήτησε, αλλά ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο Πέτρος είχε ήδη πιει αρκετά και τα μάτια του είχαν αρχίσει να γυαλίζουν επικίνδυνα.

«Δεν θέλω άλλο», ψιθύρισε εκείνος, αλλά η μάνα μου επέμενε: «Έλα βρε παιδί μου, γιορτή έχουμε!»

Τα παιδιά έτρεχαν γύρω από το τραπέζι, γελούσαν και φώναζαν. Ο Μανώλης άρχισε να μιλάει για τα οικονομικά προβλήματα που είχε στη δουλειά. Η Σοφία παραπονιόταν ότι δεν αντέχει άλλο τη γκρίνια της πεθεράς της. Ο Πέτρος έσφιγγε το ποτήρι του όλο και πιο δυνατά.

Ξαφνικά, μια λέξη ακούστηκε πιο δυνατά από τις άλλες: «Ανεύθυνη!» Ήταν η μάνα μου. Κοίταζε εμένα. «Δεν προσέχεις το παιδί σου! Όλο με το κινητό είσαι!»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Μαμά, κάνω ό,τι μπορώ! Δουλεύω όλη μέρα!»

Ο Πέτρος σηκώθηκε απότομα. «Αφήστε την Άννα ήσυχη! Αν έχεις πρόβλημα με κάποιον, πες το σε μένα!»

Η ένταση ανέβηκε επικίνδυνα. Ο Μανώλης προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα, αλλά η μάνα μου δεν σταματούσε: «Εγώ μεγάλωσα δύο παιδιά μόνη μου! Εσύ ούτε ένα δεν μπορείς!»

Ο Νικόλας άρχισε να κλαίει. Τον πήρα αγκαλιά και βγήκα έξω στην αυλή. Ένιωθα τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου. Ο Πέτρος βγήκε πίσω μου.

«Γιατί τους αφήνεις να σε πατάνε;» με ρώτησε σκληρά.

«Δεν αντέχω άλλο…» ψιθύρισα.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος από μέσα. Φωνές, σπασίματα. Έτρεξα πίσω στο σπίτι και είδα τον Μανώλη να κρατάει τον Πέτρο που είχε αρπάξει ένα ποτήρι και το πέταξε στον τοίχο.

«Φύγετε όλοι!» φώναξε ο πατέρας μου.

Πήρα τον Νικόλα και βγήκαμε στον δρόμο. Ο Πέτρος με ακολούθησε, αλλά ήταν εκτός εαυτού. Άρχισε να φωνάζει στη μέση του δρόμου. Οι γείτονες άνοιξαν τα παράθυρα.

«Άννα! Γύρνα πίσω! Δεν θα φύγεις έτσι!»

Τον κοίταξα στα μάτια και είδα έναν ξένο. Πήρα τον Νικόλα και άρχισα να περπατάω προς το σπίτι μας. Ο Πέτρος με ακολούθησε μέχρι την πόρτα. Εκεί άρχισε να χτυπάει την πόρτα με δύναμη.

«Άνοιξε! Θέλω να μιλήσουμε!»

Πήρα το κινητό και κάλεσα την αστυνομία. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που δυσκολεύτηκα να πατήσω τα νούμερα.

«Παρακαλώ… Ελάτε γρήγορα…»

Σε λίγα λεπτά ήρθαν δύο αστυνομικοί. Ο ένας ήταν ο κύριος Σπύρος, που τον ήξερα από τη γειτονιά. Με κοίταξε με λύπηση.

«Άννα… τι έγινε;»

«Δεν αντέχω άλλο… Φοβάμαι για το παιδί…»

Ο Πέτρος προσπαθούσε να τους πείσει ότι δεν έγινε τίποτα, αλλά οι φωνές του είχαν ξυπνήσει όλη τη γειτονιά.

Με πήραν στο τμήμα για κατάθεση. Ο Νικόλας κοιμόταν στην αγκαλιά μου, αλλά εγώ ένιωθα ότι δεν θα ξανακοιμηθώ ποτέ ήσυχα.

Στο τμήμα κάθισα σε μια μεταλλική καρέκλα απέναντι από τον αστυνόμο Παπαδόπουλο.

«Θέλεις να κάνεις μήνυση;» με ρώτησε ήρεμα.

Τα δάκρυά μου έτρεχαν ασταμάτητα.

«Δεν ξέρω… Θέλω απλώς να προστατέψω το παιδί μου…»

Την ίδια ώρα ο Πέτρος καθόταν σε άλλη αίθουσα. Άκουγα τη φωνή του να υψώνεται: «Δεν είμαι τέρας! Απλώς… κουράστηκα!»

Ο αστυνόμος με κοίταξε στα μάτια: «Άννα, πρέπει να σκεφτείς τι είναι καλύτερο για σένα και το παιδί σου.»

Έμεινα εκεί όλη νύχτα. Η μάνα μου ήρθε στο τμήμα το πρωί.

«Τι ντροπή μας έκανες! Όλη η γειτονιά μιλάει!»

Την κοίταξα κατάματα: «Προτιμώ τη ντροπή παρά τον φόβο.»

Η μάνα μου έκλαψε για πρώτη φορά μπροστά μου.

«Δεν ήξερα… Συγχώρα με…»

Ο Μανώλης ήρθε κι αυτός. «Άννα, αν χρειαστείς κάτι…»

Τους ευχαρίστησα όλους αλλά ήξερα πως από δω και πέρα θα είμαι μόνη μου σε πολλά πράγματα.

Γύρισα σπίτι με τον Νικόλα αγκαλιά. Το σπίτι ήταν άδειο και σκοτεινό. Έβαλα τον μικρό στο κρεβάτι και κάθισα στο πάτωμα.

Σκέφτηκα όλα όσα έγιναν: τις φωνές, τα δάκρυα, την αγωνία της μάνας που θέλει μόνο το καλό του παιδιού της κι όμως όλοι γύρω της την κρίνουν.

Αξίζει τελικά μια μάνα να θυσιάζει τα πάντα για την οικογένεια; Ή μήπως πρέπει κάποτε να βάλει πρώτη τον εαυτό της;