Ανάμεσα στην εμπιστοσύνη και την προδοσία: Μήπως ο γιος μου έχει δίκιο κι εγώ κλείνω τα μάτια;
«Μαμά, δεν το βλέπεις; Σε κοροϊδεύει!» Η φωνή του Βασίλη αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην έφυγε ποτέ από το σαλόνι μας. Στέκομαι μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζοντας τα φώτα της Αθήνας να τρεμοπαίζουν, και προσπαθώ να βρω μια απάντηση που να μην πονάει κανέναν. Ο Βασίλης, το παιδί μου, το στήριγμά μου τόσα χρόνια, με κοιτάζει με μάτια γεμάτα θυμό και αγωνία. Ο Ανδρέας, ο άνθρωπος που με έκανε να ξαναγελάσω μετά από τόσα χρόνια μοναξιάς, κάθεται στην κουζίνα, σιωπηλός, με το βλέμμα χαμηλωμένο.
«Μαμά, σου λέω, τον είδα! Ήταν με μια άλλη γυναίκα, στο Παγκράτι. Δεν με είδε, αλλά εγώ τον είδα. Κι αυτή… αυτή τον κρατούσε από το χέρι!» Ο Βασίλης χτυπάει το χέρι του στο τραπέζι. Νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται. Θέλω να τον πιστέψω, είναι το παιδί μου. Αλλά θέλω και να μην είναι αλήθεια. Θέλω να κρατήσω τον Ανδρέα, να μην ξαναμείνω μόνη.
«Βασίλη, σε παρακαλώ… Ίσως να ήταν κάποια συνάδελφος, κάποια φίλη… Ο Ανδρέας δεν μου έχει δώσει ποτέ δικαίωμα.» Η φωνή μου τρέμει. Ο Βασίλης με κοιτάζει σαν να μην με αναγνωρίζει. «Μαμά, πότε θα σταματήσεις να κάνεις πως δεν βλέπεις; Πάντα έτσι ήσουν με τον μπαμπά. Κι εκείνος σε πρόδωσε, κι εσύ τον δικαιολογούσες μέχρι που έφυγε!»
Τα λόγια του με χτυπούν σαν μαχαίρι. Θυμάμαι τον πατέρα του, τον Γιώργο, πώς έφυγε ένα πρωί χωρίς να κοιτάξει πίσω. Πόσα χρόνια πέρασα να ψάχνω τι έφταιξε, να αναρωτιέμαι αν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά. Ο Βασίλης ήταν μικρός τότε, αλλά θυμάται. Θυμάται τα πάντα.
Ο Ανδρέας μπαίνει στο σαλόνι, με το βλέμμα κουρασμένο. «Τι συμβαίνει;» ρωτάει ήρεμα. Ο Βασίλης σηκώνεται όρθιος. «Πες της, Ανδρέα. Πες της με ποια ήσουν χθες το βράδυ!» Ο Ανδρέας με κοιτάζει. «Ήμουν με τον ξάδερφό μου, τον Στέλιο. Πήγαμε για ένα ποτό. Δεν ξέρω τι λέει ο Βασίλης.»
Ο Βασίλης γελάει πικρά. «Ψέματα! Εγώ σε είδα!» Η ένταση στην ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Νιώθω να πνίγομαι. «Σταματήστε! Δεν αντέχω άλλο!» φωνάζω. Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Ο Βασίλης βγαίνει από το σπίτι, χτυπώντας την πόρτα. Ο Ανδρέας με πλησιάζει. «Δεν ξέρω τι του έχει μπει στο μυαλό. Σε παρακαλώ, πίστεψέ με.»
Κάθομαι στον καναπέ, τα χέρια μου τρέμουν. Θέλω να πιστέψω τον Ανδρέα. Θέλω να πιστέψω ότι ο Βασίλης κάνει λάθος, ότι είναι απλά ζηλιάρης, ότι δεν θέλει να με δει ευτυχισμένη με άλλον άντρα. Αλλά κάτι μέσα μου σιγοψιθυρίζει πως ίσως ο Βασίλης να έχει δίκιο. Ίσως να επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι είναι γεμάτο σιωπή. Ο Βασίλης δεν μου μιλάει, αποφεύγει να με κοιτάξει. Ο Ανδρέας προσπαθεί να φερθεί φυσιολογικά, αλλά νιώθω πως κάτι έχει αλλάξει. Το βράδυ, όταν ξαπλώνω, ακούω τη φωνή του Βασίλη στο μυαλό μου: «Πάντα έτσι ήσουν…»
Μια μέρα, βρίσκω το θάρρος να μιλήσω στη φίλη μου, τη Μαρία. «Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαρία. Ο Βασίλης λέει πως ο Ανδρέας με απατάει. Ο Ανδρέας το αρνείται. Εγώ… δεν ξέρω πια τι να πιστέψω.» Η Μαρία με κοιτάζει με κατανόηση. «Ξέρεις, Ελένη, καμιά φορά τα παιδιά βλέπουν πράγματα που εμείς δεν θέλουμε να δούμε. Αλλά και οι άνθρωποι αλλάζουν. Μήπως να μιλήσεις ανοιχτά με τον Ανδρέα; Να του πεις τι νιώθεις;»
Το ίδιο βράδυ, περιμένω τον Ανδρέα να γυρίσει. Κάθομαι στην κουζίνα, με ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια. Όταν μπαίνει, τον κοιτάζω στα μάτια. «Ανδρέα, πρέπει να μιλήσουμε. Ο Βασίλης λέει πως σε είδε με μια γυναίκα. Εγώ… θέλω να σε πιστέψω, αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι να ξαναπληγωθώ.» Ο Ανδρέας κάθεται απέναντί μου. «Ελένη, δεν έχω τίποτα να κρύψω. Αν θες, πάρε το κινητό μου, δες τα μηνύματα, τα πάντα. Δεν θέλω να ζεις με αμφιβολίες.»
Παίρνω το κινητό του, το κοιτάζω. Τίποτα ύποπτο. Αλλά η αμφιβολία δεν φεύγει. Τις επόμενες μέρες, παρατηρώ τον Ανδρέα. Είναι τρυφερός, προσεκτικός, αλλά κάποιες φορές χάνεται στις σκέψεις του. Ο Βασίλης, από την άλλη, είναι ψυχρός μαζί μου. Δεν αντέχω άλλο αυτή την ένταση.
Μια Κυριακή, ο Βασίλης έρχεται στο σπίτι. «Μαμά, πρέπει να σου δείξω κάτι.» Μου δίνει το κινητό του. Έχει τραβήξει μια φωτογραφία: ο Ανδρέας, στο Παγκράτι, με μια γυναίκα. Της κρατάει το χέρι. Η καρδιά μου σπάει. «Ποια είναι αυτή;» ρωτάω τον Ανδρέα το βράδυ. Εκείνος μένει σιωπηλός για λίγο. «Είναι η αδερφή μου. Ήρθε από τη Θεσσαλονίκη για λίγες μέρες. Δεν ήθελα να το πω στον Βασίλη, γιατί ξέρω πως δεν με συμπαθεί και θα έβρισκε αφορμή να με κατηγορήσει.»
Ο Βασίλης γελάει ειρωνικά. «Πάντα μια δικαιολογία, ε;» Ο Ανδρέας φεύγει από το σπίτι, θυμωμένος. Εγώ μένω μόνη, ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ο Βασίλης με αγκαλιάζει. «Μαμά, δεν θέλω να σε ξαναδώ να κλαις για κανέναν. Αξίζεις καλύτερα.»
Τις επόμενες μέρες, ο Ανδρέας δεν απαντά στα τηλέφωνά μου. Ο Βασίλης προσπαθεί να με πείσει να τον αφήσω. «Μαμά, δεν βλέπεις ότι σε απομακρύνει από όλους; Ότι σε κάνει να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου;» Κι εγώ, για πρώτη φορά, αρχίζω να αναρωτιέμαι αν έχω χάσει τον εαυτό μου μέσα στην ανάγκη μου να μην είμαι μόνη.
Ένα βράδυ, ο Ανδρέας επιστρέφει. «Ελένη, δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Αν δεν με εμπιστεύεσαι, δεν έχει νόημα να είμαστε μαζί.» Τα μάτια του είναι κόκκινα. «Δεν θέλω να σε πληγώσω, αλλά δεν μπορώ να ζω κάτω από τη σκιά του Βασίλη.»
Τον κοιτάζω. Θέλω να του πω να μείνει, να του πω ότι τον αγαπώ. Αλλά δεν βγαίνει λέξη. Ο Ανδρέας φεύγει. Ο Βασίλης με παίρνει αγκαλιά. «Όλα θα πάνε καλά, μαμά. Είμαι εδώ.»
Τις νύχτες, ξαπλώνω και σκέφτομαι. Έκανα το σωστό; Ποιον έπρεπε να πιστέψω; Τον γιο μου, που με αγαπάει και με προστατεύει, ή τον άνθρωπο που με έκανε να ξαναονειρευτώ; Μήπως η ανάγκη μου για αγάπη με έκανε να κλείνω τα μάτια στην αλήθεια; Ή μήπως, τελικά, δεν θα μάθω ποτέ τι πραγματικά συνέβη;
Αλήθεια, πόσο εύκολο είναι να διαλέξεις ανάμεσα στην αγάπη για το παιδί σου και την ανάγκη να πιστέψεις σε έναν άνθρωπο; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;