Γιατί χρειάζεσαι άλλο διαμέρισμα, αφού έχεις ήδη τέσσερα; Η ιστορία της Ελένης από την Αθήνα
«Γιατί χρειάζεσαι άλλο διαμέρισμα, αφού έχεις ήδη τέσσερα;» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και απόγνωση. Η Ταμάρα με κοίταξε ψυχρά, τα μάτια της δυο μαύρες λίμνες χωρίς ίχνος συναισθήματος. «Δεν είναι δική σου δουλειά, Ελένη. Η μαμά δεν μπορεί πια να διαχειριστεί το σπίτι. Καλύτερα να το πουλήσουμε, να τελειώνουμε.»
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει. Ήμασταν στο σαλόνι του παλιού μας διαμερίσματος στα Πατήσια, εκεί όπου μεγάλωσα, εκεί όπου κάθε γωνιά είχε μια ανάμνηση: το χαμόγελο του πατέρα μου όταν γύριζε από τη δουλειά, τα Χριστούγεννα με τη μυρωδιά από μελομακάρονα, τις φωνές μας όταν παίζαμε μικρές. Τώρα, όλα αυτά απειλούνταν από την ίδια μου την αδερφή.
Η μητέρα μας, η κυρία Μαρία, καθόταν αμίλητη στην πολυθρόνα, τα χέρια της σφιγμένα στην ποδιά της. Τα μάτια της, θολά από τα χρόνια και τη στεναχώρια, πηγαινοέρχονταν από εμένα στην Ταμάρα. «Κορίτσια, μην τσακώνεστε…» ψιθύρισε, αλλά η φωνή της χάθηκε μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα.
«Δεν καταλαβαίνεις, Ταμάρα; Αυτό το σπίτι είναι το μόνο που έχουμε. Εσύ έχεις τη ζωή σου, το δικό σου σπίτι στο Κολωνάκι, τα διαμερίσματα που σου άφησε ο μπαμπάς. Εγώ κι η μαμά δεν έχουμε που αλλού να πάμε!»
Η Ταμάρα αναστέναξε, σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει νευρικά. «Ελένη, δεν είναι προσωπικό. Απλώς πρέπει να σκεφτούμε πρακτικά. Τα έξοδα τρέχουν, η μαμά χρειάζεται φροντίδα, κι εσύ δεν δουλεύεις πια. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα;»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Θα βρω δουλειά! Θα κάνω ό,τι χρειαστεί! Αλλά δεν θα μας πετάξεις έξω από το σπίτι μας!»
Η Ταμάρα με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή, λίγη. «Είσαι πάντα τόσο συναισθηματική, Ελένη. Γι’ αυτό δεν προχώρησες ποτέ στη ζωή σου. Εγώ προσπαθώ να βοηθήσω.»
«Να βοηθήσεις; Ή να πάρεις κι αυτό το σπίτι για να το νοικιάζεις στους τουρίστες;»
Η μητέρα μας άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Πήγα κοντά της, της έπιασα το χέρι. «Μαμά, μην ανησυχείς. Δεν θα αφήσω κανέναν να μας διώξει.»
Η Ταμάρα έφυγε, αφήνοντας πίσω της μια βαριά σιωπή. Εκείνο το βράδυ, δεν κοιμήθηκα. Έμεινα ξαπλωμένη δίπλα στη μαμά, ακούγοντας την ανάσα της, σκεπτόμενη τα πάντα: πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς η αδερφή μου έγινε ξένη, πώς το χρήμα μπορεί να διαλύσει μια οικογένεια.
Τις επόμενες μέρες, η ένταση στο σπίτι ήταν αφόρητη. Η Ταμάρα ερχόταν κάθε τόσο, πάντα με το ίδιο ψυχρό ύφος, φέρνοντας μαζί της δικηγόρους, συμβολαιογράφους, χαρτιά. Η μαμά όλο και μαράζωνε. Εγώ έψαχνα δουλειά, έστελνα βιογραφικά, έκανα συνεντεύξεις, αλλά στα 48 μου, ποιος να με πάρει; Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα δεν συγχωρεί τις γυναίκες της ηλικίας μου.
Ένα απόγευμα, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι, ήρθε η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία. «Ελένη μου, άκουσα τι γίνεται… Μην το βάζεις κάτω. Να πας στο ΚΕΠ, να ρωτήσεις για βοήθεια. Μπορεί να δικαιούστε επίδομα.»
Την ευχαρίστησα, αλλά ένιωθα ντροπή. Πώς φτάσαμε να ζητάμε ελεημοσύνη; Η μαμά μου, που πάντα ήταν περήφανη, που έλεγε «το κεφάλι ψηλά», τώρα να φοβάται μην τη βγάλουν στο δρόμο.
Ένα βράδυ, η Ταμάρα ήρθε με τον άντρα της, τον κύριο Νίκο. «Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά. Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Η μαμά χρειάζεται καλύτερη φροντίδα, εσύ δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Σκέψου το καλό της.»
«Το καλό της μαμάς ή το καλό της τσέπης σας;» απάντησα πικρά. Ο Νίκος αναστέναξε. «Ελένη, δεν είναι έτσι. Αλλά τα έξοδα είναι πολλά. Αν πουλήσουμε το σπίτι, θα έχουμε χρήματα για να βάλουμε τη μαμά σε έναν καλό οίκο ευγηρίας.»
Η μαμά άρχισε να τρέμει. «Όχι, όχι… Δεν θέλω να φύγω από το σπίτι μου…»
«Δεν θα φύγεις, μαμά. Σου το υπόσχομαι.»
Η Ταμάρα με κοίταξε με οργή. «Είσαι ανεύθυνη! Δεν μπορείς να φροντίσεις ούτε τον εαυτό σου, πόσο μάλλον τη μαμά!»
«Και εσύ είσαι άκαρδη! Πώς μπορείς να σκέφτεσαι μόνο τα λεφτά;»
Η φωνή μου έσπασε. Ένιωσα να καταρρέω. Η μαμά με αγκάλιασε, τα δάκρυά της έβρεχαν το πρόσωπό μου. «Κορίτσια μου, σταματήστε…»
Οι μέρες περνούσαν με καβγάδες, δικηγόρους, απειλές. Η Ταμάρα έλεγε πως θα κινηθεί νομικά, πως έχει δικαίωμα στο σπίτι, πως αν δεν υπογράψω, θα με βγάλει με το ζόρι. Εγώ έψαχνα λύσεις, μιλούσα με κοινωνικούς λειτουργούς, με φίλους, με όποιον μπορούσε να βοηθήσει. Κάποιοι μου είπαν να πάω στα κανάλια, να μιλήσω για την αδικία. Αλλά ντρεπόμουν. Δεν ήθελα να ξεφτιλιστούμε δημόσια.
Ένα βράδυ, η μαμά με ρώτησε: «Ελένη, αν φύγουμε, πού θα πάμε;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ένιωθα ανήμπορη, θυμωμένη, προδομένη. Πώς γίνεται η ίδια σου η αδερφή να σε βλέπει σαν εμπόδιο; Πώς γίνεται το αίμα σου να σε διώχνει από το σπίτι σου;
Κάποια στιγμή, η Ταμάρα έφερε έναν μεσίτη. Άρχισε να μετράει τα δωμάτια, να βγάζει φωτογραφίες. Η μαμά έκλαιγε, εγώ ούρλιαζα. «Δεν θα φύγουμε! Αυτό το σπίτι είναι η ζωή μας!»
Ο μεσίτης έφυγε αμήχανος. Η Ταμάρα με απείλησε πως θα φέρει την αστυνομία. Εκείνο το βράδυ, έγραψα ένα γράμμα στον πατέρα μου, που είχε φύγει πριν δέκα χρόνια. «Μπαμπά, αν ήσουν εδώ, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα συνέβαινε. Μας άφησες ένα σπίτι για να έχουμε μια στέγη, όχι για να μας διώχνει η ίδια μας η αδερφή.»
Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Η μαμά όλο και χειροτέρευε. Εγώ έψαχνα δουλειά, έκανα καθαριότητες, φρόντιζα ηλικιωμένους, ό,τι έβρισκα. Η Ταμάρα συνέχιζε να πιέζει. Μια μέρα, ήρθε με τα χαρτιά του δικαστηρίου. «Ελένη, αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Ή υπογράφεις, ή θα σε βγάλω με το ζόρι.»
Την κοίταξα στα μάτια. «Δεν θα υπογράψω ποτέ. Αν θέλεις, πάρε το σπίτι πάνω από το πτώμα μου.»
Η μαμά λιποθύμησε. Τρέξαμε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί είπαν πως ήταν από το άγχος. Η Ταμάρα έφυγε θυμωμένη. Εγώ έμεινα δίπλα στη μαμά, κρατώντας της το χέρι. «Μαμά, δεν θα σε αφήσω ποτέ. Ό,τι κι αν γίνει.»
Τώρα, γράφω αυτή την ιστορία, με δάκρυα στα μάτια. Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο. Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να κρατήσουμε το σπίτι μας. Ξέρω μόνο πως η οικογένεια δεν πρέπει να διαλύεται για τα λεφτά. Πώς μπορείς να σώσεις μια οικογένεια, όταν το χρήμα αξίζει περισσότερο από την αγάπη; Πείτε μου εσείς… τι θα κάνατε στη θέση μου;