Σκιές Αγάπης: Αντιμέτωπη με την Προτίμηση στην Οικογένεια στο Γάμο της Ελένης
«Γιατί πάντα εκείνη, Πέτρο; Γιατί πάντα η Ελένη;»
Η φωνή μου έσπασε τη σιωπή του σαλονιού, ενώ έξω η βροχή χτυπούσε τα τζάμια με μανία. Ο Πέτρος, ο πατριός μου, γύρισε και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή. Η μητέρα μου, η Μαρία, έμεινε ακίνητη στην πόρτα της κουζίνας, κρατώντας το πιάτο με τα γεμιστά που είχε ετοιμάσει για το βραδινό. Η Ελένη, η μικρότερη αδερφή μου, έπαιζε με το δαχτυλίδι αρραβώνων της και απέφευγε να με κοιτάξει.
«Δεν είναι έτσι όπως το λες, Άννα», είπε ο Πέτρος ήρεμα, αλλά η φωνή του είχε μια αυστηρότητα που με έκανε να σφίξω τα χέρια μου σε γροθιές. «Όλες σας αγαπάω το ίδιο.»
«Αλήθεια; Γιατί τότε στο γάμο της Ελένης θα τη συνοδεύσεις εσύ στην εκκλησία; Εμένα δεν με ρώτησες ποτέ αν ήθελα κάτι τέτοιο όταν παντρεύτηκα!»
Η Μαρία άφησε το πιάτο στον πάγκο και ήρθε κοντά μου. «Άννα μου, τότε ήταν αλλιώς τα πράγματα. Ο Πέτρος μόλις είχε μπει στη ζωή μας…»
«Και; Δεν ήμουν κι εγώ παιδί σου;»
Η Ελένη σηκώθηκε αθόρυβα και βγήκε από το δωμάτιο. Έμεινα να κοιτάζω τον Πέτρο, ψάχνοντας στα μάτια του μια απάντηση που να δικαιολογεί τον πόνο μου. Θυμήθηκα τη μέρα που ήρθε στη ζωή μας. Ήμουν μόλις οκτώ χρονών και ο Μιχάλης είχε φύγει χωρίς να πει αντίο. Ο Πέτρος στάθηκε δίπλα μας σαν βράχος. Με πήγαινε σχολείο, μου διάβαζε παραμύθια, με έμαθε να οδηγώ ποδήλατο. Όμως όσο μεγάλωνα, ένιωθα πως η προσοχή του μετατοπιζόταν στην Ελένη. Ίσως επειδή ήταν πιο μικρή, πιο ευαίσθητη, πιο… δική του.
Τα χρόνια πέρασαν και οι ρόλοι στην οικογένεια άλλαξαν. Εγώ παντρεύτηκα πρώτη, στα εικοσιπέντε μου, έναν άντρα που τελικά αποδείχτηκε λάθος επιλογή. Ο γάμος κράτησε μόλις τρία χρόνια. Ο Πέτρος δεν είπε πολλά τότε – μόνο ένα «θα είμαι εδώ αν με χρειαστείς». Η Ελένη όμως ήταν το καμάρι του: άριστη φοιτήτρια, κοινωνική, πάντα χαμογελαστή. Τώρα που ετοιμαζόταν να παντρευτεί τον Νίκο, όλη η οικογένεια είχε πέσει πάνω της.
Τις επόμενες μέρες το σπίτι γέμισε με συγγενείς και φίλους. Η θεία Κατερίνα από τη Θεσσαλονίκη δεν σταμάτησε να σχολιάζει πόσο όμορφη ήταν η Ελένη με το νυφικό της. Ο θείος Σπύρος έφερνε συνεχώς κουτιά με γλυκά και ο παππούς Γιώργος καθόταν στη γωνία και μονολογούσε για τα παλιά χρόνια.
Ένα βράδυ, καθώς βοηθούσα την Ελένη να δοκιμάσει το πέπλο της, τόλμησα να της μιλήσω.
«Ελένη… νιώθεις ποτέ ότι ο Πέτρος σε αγαπάει περισσότερο;»
Με κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη. «Άννα… δεν ξέρω τι να σου πω. Ίσως επειδή ήμουν μικρή όταν ήρθε στη ζωή μας… Ίσως επειδή εσύ πάντα φαινόσουν πιο δυνατή.»
«Δεν ήμουν», της απάντησα σιγανά. «Απλά δεν ήθελα να δείξω πόσο πολύ μου έλειπε ο μπαμπάς.»
Η Ελένη γύρισε και με αγκάλιασε σφιχτά. «Κι εμένα μου λείπει… αλλά ο Πέτρος προσπάθησε πολύ για εμάς.»
Το βράδυ πριν το γάμο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τα λόγια της Ελένης και αναρωτιόμουν αν είχα άδικο που ένιωθα έτσι. Ίσως η ζήλια μου να ήταν απλώς φόβος ότι δεν είχα πια θέση στην οικογένειά μας.
Το πρωί του γάμου όλα έγιναν γρήγορα: κομμώτριες, μακιγιέζ, φωτογράφοι. Η Μαρία έτρεχε πάνω κάτω με το κινητό στο χέρι. Ο Πέτρος φορούσε το καλό του κοστούμι και έδειχνε περήφανος δίπλα στην Ελένη.
Όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε για την εκκλησία, έμεινα πίσω για λίγο στο δωμάτιο της Ελένης. Κοίταξα τη φωτογραφία μας από τα παιδικά μας χρόνια – δυο κορίτσια αγκαλιασμένες στην αυλή του παλιού σπιτιού στη Νέα Σμύρνη.
Στην εκκλησία όλα ήταν λαμπερά: λουλούδια παντού, μουσική, χαμόγελα. Η Ελένη μπήκε αγκαζέ με τον Πέτρο και όλοι χειροκρότησαν. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος – όχι από ζήλια πια, αλλά από λύπη για όσα είχα χάσει αφήνοντας τα συναισθήματά μου να με κυριεύσουν.
Μετά το μυστήριο, στη δεξίωση, καθόμουν μόνη σε μια γωνιά όταν ήρθε ο Πέτρος και κάθισε δίπλα μου.
«Άννα… ξέρεις πόσο σε αγαπάω;»
Τον κοίταξα διστακτικά. «Μερικές φορές το ξεχνάω.»
Έβαλε το χέρι του στον ώμο μου. «Δεν ήξερα πώς να σου δείξω ότι είσαι δική μου κόρη όσο και η Ελένη. Ήρθα αργά στη ζωή σου… φοβόμουν μήπως σε πληγώσω.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. «Ήθελα απλώς να νιώσω ότι ανήκω κάπου.»
Με αγκάλιασε σφιχτά – πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσα ξανά παιδί.
Η βραδιά κύλησε με χορούς και τραγούδια. Η Ελένη ήρθε κοντά μας και χορέψαμε οι τρεις μαζί – σαν να ξαναβρίσκαμε την ισορροπία που είχαμε χάσει.
Γυρίζοντας σπίτι αργά τη νύχτα, στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και αναρωτήθηκα: Μήπως τελικά η αγάπη δεν έχει μέτρα και σταθμά; Μήπως αυτό που ζητάμε από τους άλλους είναι απλώς αυτό που φοβόμαστε ότι μας λείπει μέσα μας;
Εσείς τι πιστεύετε; Έχετε νιώσει ποτέ ότι η οικογένεια σας προτιμά κάποιον άλλον; Πώς το αντιμετωπίσατε;