«Για χρόνια ήμουν η νοικοκυρά για όλους. Μέχρι που μια μέρα απλώς σταμάτησα να απαντώ το τηλέφωνο»: Τώρα ξέρω πραγματικά τι σημαίνει να έχεις χρόνο μόνο για σένα
«Βασιλική, πού είσαι; Πάλι δεν απαντάς; Έχουμε μείνει χωρίς ψωμί!» Η φωνή της κόρης μου, της Ελένης, αντηχεί στο κινητό μου, γεμάτη ανυπομονησία και μια δόση θυμού. Κοιτάζω το τηλέφωνο που δονείται στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στο φλιτζάνι με τον καφέ που μόλις έφτιαξα για μένα. Για μένα. Όχι για κάποιον άλλον. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, δεν τρέχω να απαντήσω. Δεν σηκώνομαι να ετοιμάσω τσάντες, να μαζέψω ρούχα, να σκεφτώ τι λείπει από το σπίτι του γιου μου ή της κόρης μου, να φροντίσω τον άντρα μου, τον Παναγιώτη, που πάντα ήθελε τον καφέ του έτοιμο μόλις ξυπνήσει.
Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι. Πόσα χρόνια πέρασαν έτσι; Από τότε που παντρεύτηκα, στα 22 μου, ήμουν πάντα «η Βασιλική που τα προλαβαίνει όλα». Η μάνα μου έλεγε: «Η γυναίκα πρέπει να κρατάει το σπίτι, να φροντίζει τα παιδιά, να μην αφήνει τίποτα στην τύχη». Και εγώ το πίστεψα. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην λείψει τίποτα από κανέναν. Ξυπνούσα χαράματα, έτρεχα στη λαϊκή, μαγείρευα για πέντε, έπλενα, σιδέρωνα, έτρεχα στα φροντιστήρια, στα γιατρούς, στα σούπερ μάρκετ. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν, έγιναν φοιτητές, μετά παντρεύτηκαν, πάλι εγώ ήμουν εκεί. Να βοηθήσω με τα εγγόνια, να μαγειρέψω φαγητό για το σπίτι τους, να τους φέρω φρέσκα λαχανικά από το χωριό.
«Μάνα, μπορείς να κρατήσεις τον μικρό αύριο; Έχω δουλειά και ο Γιάννης δεν μπορεί να τον πάρει μαζί του», μου έλεγε η Ελένη. «Μαμά, μήπως έχεις λίγο φαγητό; Δεν πρόλαβα να μαγειρέψω», μου έλεγε ο γιος μου, ο Στέλιος. Και εγώ πάντα έλεγα ναι. Πάντα. Ακόμα κι όταν ήμουν κουρασμένη, ακόμα κι όταν το σώμα μου φώναζε να σταματήσω, εγώ έλεγα ναι. Γιατί; Γιατί έτσι έμαθα. Γιατί έτσι κάνουν οι καλές μάνες, οι καλές γυναίκες, οι σωστές νοικοκυρές στην Ελλάδα.
Ο Παναγιώτης, ο άντρας μου, δεν κατάλαβε ποτέ πόσο βαριά ήταν αυτή η καθημερινότητα. «Έτσι είναι οι γυναίκες, Βασιλική. Εμείς δουλεύουμε, εσείς κρατάτε το σπίτι», έλεγε και καθόταν στον καναπέ να δει ειδήσεις. Πόσες φορές ήθελα να του φωνάξω: «Κι εγώ δουλεύω! Κι εγώ κουράζομαι!». Αλλά ποτέ δεν το έκανα. Κατάπινα τα λόγια μου, όπως κατάπινα και τα δάκρυα μου, όταν έμενα μόνη στην κουζίνα, αργά το βράδυ, να μαζεύω τα πιάτα.
Τα χρόνια περνούσαν. Τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι, αλλά εγώ δεν σταμάτησα να είμαι «η Βασιλική που τα προλαβαίνει όλα». Ήμουν πάντα στο τηλέφωνο, πάντα διαθέσιμη, πάντα έτοιμη να τρέξω για όλους. Μέχρι που μια μέρα, πριν λίγους μήνες, ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου. Ήταν μια Κυριακή πρωί. Είχα ξυπνήσει από τις έξι για να φτιάξω γλυκό για τα εγγόνια, να μαγειρέψω για τα παιδιά, να καθαρίσω το σπίτι. Ο Παναγιώτης ήθελε να πάμε επίσκεψη στη θεία του. Η Ελένη με πήρε τηλέφωνο να μου πει ότι ο μικρός είχε πυρετό και δεν μπορούσε να τον κρατήσει. Ο Στέλιος ήθελε να του σιδερώσω πουκάμισα γιατί είχε συνέντευξη για δουλειά. Κι εγώ; Εγώ ήθελα απλώς να κάτσω λίγο στον ήλιο, να πιω έναν καφέ, να ακούσω τα πουλιά. Να μην κάνω τίποτα. Να μην είμαι για λίγο «η Βασιλική που τα προλαβαίνει όλα».
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, το πρόσωπό μου είχε ρυτίδες, τα μάτια μου ήταν κουρασμένα. Πότε πέρασαν τα χρόνια; Πότε έγινα ξένη στον ίδιο μου τον εαυτό; Ένιωσα ένα κύμα θυμού και λύπης μαζί. Γιατί να μην έχω δικαίωμα να ξεκουραστώ; Γιατί να μην έχω δικαίωμα να πω όχι;
Εκείνη τη μέρα, για πρώτη φορά, δεν απάντησα το τηλέφωνο. Το άφησα να χτυπάει. Ο Παναγιώτης με κοίταξε περίεργα. «Δεν θα απαντήσεις;» με ρώτησε. «Όχι», του είπα ήρεμα. «Σήμερα δεν θα κάνω τίποτα για κανέναν. Σήμερα θα κάτσω να πιω τον καφέ μου». Με κοίταξε σαν να είχα τρελαθεί. «Τι λες, Βασιλική; Εσύ δεν είσαι έτσι!». «Ίσως ήρθε η ώρα να γίνω», του απάντησα.
Τις επόμενες μέρες, άρχισα να λέω όχι. Όχι σε όλα όσα με έπνιγαν. Όχι στο να είμαι πάντα διαθέσιμη, πάντα έτοιμη να τρέξω για όλους. Στην αρχή, τα παιδιά θύμωσαν. Η Ελένη μου είπε: «Μάνα, τι έπαθες; Δεν σε αναγνωρίζω!». Ο Στέλιος με πήρε τηλέφωνο και μου φώναξε: «Δηλαδή τώρα δεν μπορείς να βοηθήσεις ούτε τα εγγόνια σου;». Ο Παναγιώτης ήταν σιωπηλός, αλλά το βλέμμα του έλεγε πολλά. Ένιωθα ενοχές, αλλά και μια απίστευτη ελευθερία. Για πρώτη φορά, άκουγα τις σκέψεις μου. Για πρώτη φορά, έτρωγα το φαγητό μου αργά, χωρίς να με διακόπτει κανείς. Για πρώτη φορά, βγήκα βόλτα μόνη μου, χωρίς να έχω να κάνω ψώνια για άλλους.
Μια μέρα, πήγα στη θάλασσα. Κάθισα στην άμμο και κοίταξα τον ορίζοντα. Ένιωσα τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου. Όχι από λύπη, αλλά από ανακούφιση. Είχα ξεχάσει πώς είναι να είσαι μόνη με τον εαυτό σου. Να ακούς τον ήχο των κυμάτων, να νιώθεις τον ήλιο στο πρόσωπό σου, να μην σκέφτεσαι τι πρέπει να κάνεις για τους άλλους. Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα πόσα χρόνια είχα χάσει. Πόσα χρόνια είχα θυσιάσει για να είμαι «η καλή μάνα», «η σωστή γυναίκα», «η τέλεια νοικοκυρά».
Όταν γύρισα σπίτι, ο Παναγιώτης με περίμενε στην πόρτα. «Πού ήσουν;», με ρώτησε. «Στη θάλασσα», του απάντησα. «Μόνη σου;». «Ναι, μόνη μου. Και ξέρεις κάτι; Ήταν υπέροχα». Με κοίταξε σαστισμένος. «Δεν καταλαβαίνω τι σου συμβαίνει, Βασιλική. Πάντα ήσουν εδώ για όλους. Τώρα ξαφνικά άλλαξες». «Δεν άλλαξα, Παναγιώτη. Απλώς θυμήθηκα ποια είμαι. Και θέλω να ζήσω λίγο και για μένα».
Τα παιδιά άρχισαν σιγά σιγά να καταλαβαίνουν. Η Ελένη ήρθε μια μέρα και μου είπε: «Μάνα, συγγνώμη. Δεν είχα καταλάβει πόσο σε κουράζαμε. Πάντα σε θεωρούσα δεδομένη». Την αγκάλιασα και της είπα: «Δεν φταις εσύ, παιδί μου. Εγώ φταίω που δεν έμαθα να λέω όχι». Ο Στέλιος ακόμα δυσκολεύεται να το δεχτεί, αλλά βλέπω ότι προσπαθεί. Ο Παναγιώτης, σιγά σιγά, άρχισε να βοηθάει στο σπίτι. Μικρά πράγματα, αλλά για μένα είναι σημαντικά. Για πρώτη φορά, νιώθω ότι δεν είμαι αόρατη.
Τώρα, στα 59 μου, ξέρω τι σημαίνει να έχεις χρόνο μόνο για σένα. Να τρως το φαγητό σου αργά, να ακούς τις σκέψεις σου, να βγαίνεις βόλτα χωρίς να έχεις να κάνεις χάρες για κανέναν. Δεν είναι εγωισμός. Είναι ανάγκη. Είναι δικαίωμα. Και αναρωτιέμαι: Γιατί άργησα τόσο να το καταλάβω; Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν ακόμα έτσι, χωρίς να τολμούν να πουν όχι; Εσείς τι λέτε; Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάνατε κάτι μόνο για τον εαυτό σας;