Κάτω από την ίδια στέγη: Όταν η μητρότητα γίνεται βάρος
«Γιατί πάλι κλαις, Μαρία; Δεν μπορείς να τον ηρεμήσεις;» Η φωνή του Γιάννη αντηχεί στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια, διαπερνώντας το σκοτάδι της νύχτας. Ο Νίκος, το μωρό μας, ουρλιάζει ασταμάτητα εδώ και μία ώρα. Τα χέρια μου τρέμουν, τα μάτια μου καίνε από την αϋπνία. «Προσπαθώ, Γιάννη! Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω!» ψιθυρίζω, νιώθοντας τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου.
Ο Γιάννης σηκώνεται από το κρεβάτι, εκνευρισμένος. «Δεν γίνεται κάθε βράδυ τα ίδια! Δουλεύω όλη μέρα, δεν αντέχω άλλο!» Μπαίνει στο σαλόνι και κλείνει την πόρτα πίσω του. Μένω μόνη με τον Νίκο, που συνεχίζει να κλαίει. Τον κρατάω σφιχτά στην αγκαλιά μου, προσπαθώντας να του τραγουδήσω ένα νανούρισμα που μου έλεγε η μάνα μου όταν ήμουν μικρή. «Κοιμήσου, αγγελούδι μου…» Η φωνή μου σπάει.
Πόσο άλλαξε η ζωή μου μέσα σε λίγους μήνες. Πριν τον Νίκο, ήμουν μια γυναίκα γεμάτη όνειρα. Δούλευα σε ένα φροντιστήριο, έβγαινα με φίλες, γελούσα. Τώρα, νιώθω σαν σκιά του εαυτού μου. Οι φίλες μου χάθηκαν, η δουλειά μου έγινε παρελθόν, και ο Γιάννης… Ο Γιάννης είναι πια ένας ξένος.
Το πρωί, ξυπνάω με το κεφάλι βαρύ. Ο Νίκος κοιμάται επιτέλους, αλλά εγώ δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Ο Γιάννης πίνει τον καφέ του βιαστικά. «Θα αργήσω το βράδυ, έχουμε δουλειά στο γραφείο», μου λέει χωρίς να με κοιτάξει. «Καλά», απαντώ, αλλά μέσα μου βράζω. Πότε σταμάτησε να με βλέπει; Πότε έγινα αόρατη;
Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, έρχεται το μεσημέρι. «Μαρία, το παιδί είναι πάλι άρρωστο; Γιατί είναι τόσο χλωμός; Μήπως δεν τον ταΐζεις σωστά;» Με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που με κάνει να νιώθω ανίκανη. «Όλα καλά, κυρία Ελένη. Απλώς δεν κοιμήθηκε καλά το βράδυ», απαντώ, προσπαθώντας να κρύψω την κούρασή μου. Εκείνη αναστενάζει. «Παλιά, οι γυναίκες ήμασταν πιο δυνατές. Εσύ, όλο παραπονιέσαι.»
Θέλω να ουρλιάξω. Να της πω πως δεν αντέχω άλλο, πως νιώθω να πνίγομαι. Αλλά σωπαίνω. Πάντα σωπαίνω.
Το απόγευμα, προσπαθώ να κοιμίσω τον Νίκο. Το σπίτι είναι γεμάτο σκόνη, τα πιάτα αμάζευτα, το πλυντήριο γεμάτο. Το τηλέφωνο χτυπάει. Είναι η μητέρα μου. «Πώς είσαι, κορίτσι μου;» Η φωνή της τρέμει. Ξέρει. Πάντα ξέρει. «Καλά, μαμά. Κουρασμένη, αλλά καλά.»
«Μαρία, αν χρειαστείς κάτι, να μου το πεις. Μην τα κρατάς όλα μέσα σου.»
«Εντάξει, μαμά.» Κλείνω το τηλέφωνο και βάζω τα κλάματα.
Το βράδυ, ο Γιάννης γυρίζει αργά. Μυρίζει τσιγάρο και αλκοόλ. «Πού ήσουν;» τον ρωτάω. «Στη δουλειά, σου είπα.»
«Στη δουλειά ή στο μπαρ με τους φίλους σου;»
Με κοιτάζει θυμωμένος. «Τι θες να πεις; Ότι λέω ψέματα;»
«Θέλω να πω ότι νιώθω μόνη! Ότι δεν αντέχω άλλο μόνη μου!» φωνάζω.
«Κι εγώ τι να κάνω; Να παρατήσω τη δουλειά μου;»
«Να με βοηθήσεις! Να είσαι εδώ! Να με ακούσεις!»
Η φωνή μου σπάει. Ο Νίκος ξυπνάει και αρχίζει να κλαίει. Ο Γιάννης βρίζει και φεύγει από το δωμάτιο. Μένω πάλι μόνη.
Τις επόμενες μέρες, η κατάσταση χειροτερεύει. Ο Γιάννης λείπει όλο και περισσότερο. Η κυρία Ελένη έρχεται κάθε μέρα και με κρίνει. Ο Νίκος αρρωσταίνει. Τρέχω στα νοσοκομεία, περιμένω ώρες στις ουρές, ακούω γιατρούς να μου λένε να κάνω υπομονή.
Ένα βράδυ, καταρρέω. Δεν μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο Νίκος κλαίει, αλλά τα πόδια μου δεν με υπακούν. Παίρνω τηλέφωνο τη μητέρα μου. «Μαμά, δεν αντέχω άλλο. Έλα σε παρακαλώ.»
Έρχεται αμέσως. Με αγκαλιάζει. «Δεν είσαι μόνη, Μαρία. Όλες περάσαμε δύσκολα. Αλλά πρέπει να ζητάς βοήθεια. Δεν είναι ντροπή.»
Κλαίω στην αγκαλιά της. Την επόμενη μέρα, πηγαίνω στον ψυχολόγο του κέντρου υγείας. «Δεν είμαι καλή μάνα», του λέω.
«Γιατί το πιστεύετε αυτό;» με ρωτάει.
«Γιατί δεν αντέχω, γιατί θυμώνω, γιατί θέλω να φύγω καμιά φορά.»
«Όλες οι μητέρες νιώθουν έτσι. Το σημαντικό είναι να το παραδέχεστε. Να ζητάτε βοήθεια.»
Σιγά σιγά, αρχίζω να μιλάω. Στη μητέρα μου, σε μια φίλη που είχα χαθεί, στον ίδιο τον Γιάννη. Μια μέρα, του λέω: «Γιάννη, αν δεν αλλάξουμε κάτι, θα χαθούμε. Δεν αντέχω άλλο έτσι.»
Με κοιτάζει σιωπηλός. «Κι εγώ δεν είμαι καλά, Μαρία. Φοβάμαι. Δεν ξέρω πώς να σε βοηθήσω.»
Για πρώτη φορά, νιώθω πως δεν είμαι μόνη. Πως κι εκείνος πονάει. Αρχίζουμε να μιλάμε. Να ζητάμε βοήθεια. Να μοιραζόμαστε το βάρος.
Δεν έγινε ξαφνικά εύκολο. Υπάρχουν ακόμα νύχτες που κλαίω, μέρες που νιώθω ανίκανη. Αλλά δεν ντρέπομαι πια να το πω. Δεν ντρέπομαι να ζητήσω βοήθεια.
Κοιτάζω τον Νίκο να κοιμάται και σκέφτομαι: Μήπως τελικά η δύναμη κρύβεται στην αδυναμία μας; Μήπως αν μιλήσουμε ανοιχτά, αν ζητήσουμε βοήθεια, μπορούμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι;