Το Σαββατοκύριακο της Πεθεράς: Είμαι απλώς μια υπηρέτρια στο ίδιο μου το σπίτι;
«Μαρία, γιατί δεν έχεις βάλει ακόμα τον καφέ; Ο Κώστας πάντα πίνει τον καφέ του στις εννιά!» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, διαπερνάει το σπίτι σαν σειρήνα. Είναι Σάββατο πρωί, και μόλις έχω προλάβει να βάλω τα ρούχα στο πλυντήριο. Ο άντρας μου, ο Κώστας, κάθεται ατάραχος στον καναπέ, χαζεύοντας το κινητό του, σαν να μην ακούει τίποτα. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, όχι από άγχος, αλλά από θυμό. Πόσες φορές ακόμα θα πρέπει να απολογούμαι για τα πάντα;
«Έρχομαι, κυρία Ελένη, μόλις τελειώσω με το πλυντήριο», απαντώ όσο πιο ήρεμα μπορώ, αλλά μέσα μου βράζω. Η πεθερά μου με κοιτάει με εκείνο το βλέμμα που λέει «δεν είσαι αρκετή». Ο πεθερός μου, ο κύριος Γιάννης, κάθεται δίπλα της, σιωπηλός, αλλά ξέρω πως συμφωνεί μαζί της. Πάντα συμφωνεί.
Στο μυαλό μου γυρίζουν οι ίδιες σκέψεις: Πότε έγινα η υπηρέτρια του σπιτιού μου; Πότε σταμάτησα να είμαι η Μαρία και έγινα απλώς «η γυναίκα του Κώστα»; Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν τον γάμο, γεμάτη όνειρα και φιλοδοξίες. Τώρα, το μόνο που μετράει είναι αν το σπίτι είναι καθαρό, αν το φαγητό είναι έτοιμο, αν όλοι είναι ευχαριστημένοι – εκτός από εμένα.
«Μαμά, άσε τη Μαρία, θα φτιάξω εγώ τον καφέ», λέει ξαφνικά ο Κώστας, αλλά η φωνή του είναι αδύναμη, σχεδόν απολογητική. Η μητέρα του τον αγνοεί επιδεικτικά.
«Όχι, παιδί μου, η Μαρία ξέρει πώς τον πίνεις. Εξάλλου, αυτά είναι της γυναίκας δουλειές», απαντάει και μου ρίχνει ένα βλέμμα που με παγώνει. Νιώθω τα μάτια μου να βουρκώνουν, αλλά δεν θα τους δώσω αυτή τη χαρά.
Καθώς φτιάχνω τον καφέ, ακούω τα γέλια τους από το σαλόνι. Μιλάνε για τα παλιά, για το πόσο καλός ήταν ο Κώστας στο σχολείο, για το πόσο περήφανοι είναι για τον γιο τους. Εγώ, αόρατη, σαν να μην υπάρχω. Μόνο όταν χρειάζονται κάτι, θυμούνται την παρουσία μου.
Το μεσημέρι, η κυρία Ελένη μπαίνει στην κουζίνα. «Τι θα φάμε σήμερα; Ελπίζω να μην έχεις κάνει πάλι εκείνα τα περίεργα φαγητά που έφτιαχνες πριν παντρευτείς τον Κώστα. Ο άντρας μου θέλει παραδοσιακά, όχι μοντερνιές.»
«Έφτιαξα γεμιστά, όπως σας αρέσουν», απαντώ, προσπαθώντας να κρύψω την απογοήτευσή μου. Πόσο θα ήθελα να φτιάξω κάτι δικό μου, να δοκιμάσω μια νέα συνταγή, να νιώσω δημιουργική. Αλλά ξέρω πως κάθε τι διαφορετικό θα σχολιαστεί, θα απορριφθεί.
Το απόγευμα, καθώς μαζεύω το τραπέζι, ακούω την πεθερά μου να λέει στον Κώστα: «Πρέπει να προσέχεις, παιδί μου. Οι γυναίκες σήμερα έχουν πολλά στο μυαλό τους, ξεχνάνε τον ρόλο τους. Εσύ να θυμάσαι, το σπίτι είναι το βασίλειό σου.»
Ο Κώστας δεν απαντάει. Με κοιτάει για μια στιγμή, αλλά το βλέμμα του είναι άδειο. Θέλω να του φωνάξω: «Και εγώ; Εγώ πού είμαι σε όλο αυτό;» Αλλά δεν βγαίνει λέξη από το στόμα μου.
Το βράδυ, όταν επιτέλους φεύγουν οι γονείς του, νιώθω εξαντλημένη. Ο Κώστας κάθεται ξανά στον καναπέ, αυτή τη φορά με ένα ποτήρι κρασί. «Κουράστηκες πολύ σήμερα;» με ρωτάει, σχεδόν αδιάφορα.
«Ναι, κουράστηκα», του απαντώ. «Αλλά όχι μόνο σωματικά.»
Με κοιτάει, αλλά δεν καταλαβαίνει. Ή δεν θέλει να καταλάβει. «Έλα, μην τα παίρνεις όλα τόσο βαριά. Έτσι είναι οι γονείς μου, το ξέρεις.»
«Και εγώ; Εγώ πού είμαι σε όλο αυτό;» επαναλαμβάνω, αυτή τη φορά δυνατά. Ο Κώστας ξαφνιάζεται. «Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι νιώθω αόρατη. Ότι το μόνο που μετράει είναι να είμαι καλή νοικοκυρά, να σερβίρω, να καθαρίζω, να μην έχω φωνή. Ότι δεν είμαι σημαντική, ούτε για σένα, ούτε για τους γονείς σου.»
Ο Κώστας σηκώνει τους ώμους. «Υπερβάλλεις. Όλα καλά είναι.»
Αυτή η αδιαφορία με πονάει περισσότερο από τα λόγια της πεθεράς μου. Νιώθω να πνίγομαι. Θέλω να ουρλιάξω, να σπάσω κάτι, να κάνω κάτι που θα με κάνει να νιώσω ζωντανή.
Την Κυριακή το πρωί, ξυπνάω νωρίς. Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Ποια είμαι; Πού πήγε η Μαρία που ήξερε τι ήθελε, που γελούσε, που ονειρευόταν; Πόσο ακόμα θα αντέξω να ζω έτσι;
Όταν ο Κώστας ξυπνάει, του λέω: «Σήμερα δεν θα μαγειρέψω. Δεν θα καθαρίσω. Θέλω να πάω μια βόλτα μόνη μου. Θέλω να σκεφτώ.»
Με κοιτάει σαν να του μιλάω σε ξένη γλώσσα. «Τι έπαθες πάλι;»
«Έπαθα ότι κουράστηκα να είμαι αόρατη. Θέλω να με δεις. Θέλω να με ακούσεις. Θέλω να είμαι σημαντική, όχι μόνο όταν χρειάζεσαι κάτι.»
Ο Κώστας δεν απαντάει. Σηκώνεται, βάζει καφέ και κάθεται στον καναπέ. Νιώθω ένα μίγμα λύπης και θυμού. Ίσως δεν θα αλλάξει ποτέ. Ίσως πρέπει να αλλάξω εγώ.
Βγαίνω από το σπίτι και περπατάω στους δρόμους της γειτονιάς. Ο αέρας μυρίζει γιασεμί, τα παιδιά παίζουν στις αυλές. Θυμάμαι τη μητέρα μου, που πάντα μου έλεγε: «Μαρία, να μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λιγότερη.» Και όμως, το επέτρεψα.
Γυρίζω σπίτι αργά το απόγευμα. Ο Κώστας με κοιτάει, αυτή τη φορά λίγο διαφορετικά. «Θέλεις να μιλήσουμε;» ρωτάει διστακτικά.
«Ναι, θέλω. Αλλά θέλω να με ακούσεις πραγματικά. Θέλω να ξέρεις πώς νιώθω. Θέλω να ξέρεις ότι αν δεν αλλάξει κάτι, δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω έτσι.»
Η φωνή μου τρέμει, αλλά δεν κάνω πίσω. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, νιώθω ότι διεκδικώ τον εαυτό μου. Ο Κώστας με κοιτάει σιωπηλός. Δεν ξέρω αν θα αλλάξει κάτι. Δεν ξέρω αν θα με καταλάβει ποτέ. Αλλά ξέρω ότι εγώ δεν θα ξαναγίνω αόρατη.
Άραγε, πόσες γυναίκες στην Ελλάδα νιώθουν σαν εμένα; Πόσες από εμάς έχουμε ξεχάσει ποια είμαστε, προσπαθώντας να ικανοποιήσουμε τους άλλους; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;