Το σιωπηλό τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα – Η ιστορία της Κικής

«Κική, είσαι ξύπνια;»

Η φωνή του Νίκου ακούστηκε σιγανή, σχεδόν τρεμάμενη, μέσα από το κινητό που δονήθηκε δίπλα στο μαξιλάρι μου. Ήταν τρεις τα ξημερώματα. Για μια στιγμή, νόμισα πως ονειρευόμουν. Εδώ και δύο χρόνια, από τότε που χωρίσαμε, δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε λέξη. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε ένα τυπικό “χρόνια πολλά”. Και τώρα, μέσα στη σιωπή της νύχτας, η φωνή του ήρθε να ταράξει τα νερά που με τόσο κόπο είχα καταφέρει να ηρεμήσω.

«Νίκο; Τι συμβαίνει;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να συγκρατήσω το τρέμουλο στη φωνή μου. Από το διπλανό δωμάτιο, άκουγα το ροχαλητό της μητέρας μου. Από τότε που μετακόμισα ξανά στο πατρικό, μετά το διαζύγιο, οι νύχτες μου ήταν γεμάτες σιωπή και βαριά σκέψη. Δεν ήθελα να την ξυπνήσω. Δεν ήθελα να ξυπνήσω κανέναν – ούτε καν εμένα την ίδια, από το λήθαργο της καθημερινότητας.

«Συγγνώμη που σε ξύπνησα, αλλά… δεν ήξερα σε ποιον άλλον να μιλήσω. Δεν κοιμάμαι εδώ και μέρες, Κική. Δεν αντέχω άλλο.»

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Ήξερα αυτή τη φωνή. Τη φωνή του ανθρώπου που κάποτε αγάπησα, που κάποτε με πλήγωσε όσο κανείς. Ήξερα και το βάρος που κουβαλούσε. Δεν ήξερα όμως αν ήμουν έτοιμη να το σηκώσω ξανά.

«Τι συμβαίνει, Νίκο;»

«Η Ελένη… έφυγε. Με άφησε. Πήρε το παιδί και πήγε στη μάνα της. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν αντέχω να είμαι μόνος.»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Η Ελένη, η γυναίκα για την οποία με άφησε. Η γυναίκα που μπήκε στη ζωή του, όταν εγώ ακόμα προσπαθούσα να σώσω τον γάμο μας. Η γυναίκα που έγινε η αιτία να χάσω τον εαυτό μου, το σπίτι μου, την πίστη μου στους ανθρώπους. Και τώρα, μέσα στη νύχτα, ο Νίκος ζητούσε από μένα να τον παρηγορήσω. Να του πω τι; Ότι όλα θα πάνε καλά; Ότι τον καταλαβαίνω;

«Νίκο, δεν ξέρω αν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να σου μιλήσω αυτή τη στιγμή…»

«Σε παρακαλώ, Κική. Δεν έχω κανέναν άλλον. Οι φίλοι μου με αποφεύγουν. Η μάνα μου με κατηγορεί. Εσύ… εσύ πάντα με άκουγες.»

Έκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Θυμήθηκα τις ατελείωτες νύχτες που τον περίμενα να γυρίσει σπίτι. Τα ψέματα, τις δικαιολογίες, τα κρυφά μηνύματα στο κινητό του. Θυμήθηκα τη μέρα που μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα, με τη μάνα μου να με περιμένει στην εξώπορτα, με δάκρυα στα μάτια. «Κική μου, όλα περνάνε», μου είχε πει. Μα τίποτα δεν περνάει στ’ αλήθεια. Απλώς μαθαίνεις να ζεις με τον πόνο.

«Τι θέλεις να κάνω, Νίκο;»

«Δεν ξέρω… Να με ακούσεις. Να μου πεις τι να κάνω. Να μου πεις αν υπάρχει ελπίδα.»

Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. Πόσες φορές είχα ζητήσει κι εγώ να με ακούσει; Πόσες φορές είχα παρακαλέσει για μια δεύτερη ευκαιρία, για μια κουβέντα, για μια εξήγηση; Και τώρα, που εκείνος βρέθηκε στη θέση μου, ζητούσε από μένα να του δώσω αυτό που ποτέ δεν μου έδωσε.

«Νίκο, δεν είμαι ψυχολόγος. Δεν μπορώ να σου πω τι να κάνεις. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο καθένας μας πληρώνει τα λάθη του. Κι εγώ τα πλήρωσα. Εσύ πρέπει να βρεις τον τρόπο να τα αντιμετωπίσεις.»

Στην άλλη άκρη της γραμμής, άκουσα ένα λυγμό. Για μια στιγμή, ένιωσα τύψεις. Ήμουν σκληρή; Ή μήπως απλώς ειλικρινής; Πόσες φορές είχα καταπιεί τα δάκρυά μου για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση; Πόσες φορές είχα βάλει τις ανάγκες του πάνω από τις δικές μου;

«Συγγνώμη, Κική. Ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να σου ζητάω τίποτα. Απλώς… φοβάμαι. Φοβάμαι να μείνω μόνος. Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω.»

Έμεινα σιωπηλή. Θυμήθηκα τον πατέρα μου, που έφυγε νωρίς, αφήνοντας τη μάνα μου να παλεύει μόνη της με τα χρέη, τα παιδιά, τη ζωή. Θυμήθηκα πόσο μόνη ένιωθα κι εγώ, όταν ο Νίκος έλειπε τα βράδια, όταν το σπίτι ήταν γεμάτο σιωπή και αναπάντητα ερωτήματα. Ίσως, τελικά, όλοι φοβόμαστε τη μοναξιά. Ίσως, τελικά, αυτό μας ενώνει και αυτό μας χωρίζει.

«Νίκο, δεν μπορώ να σου δώσω αυτό που ψάχνεις. Δεν είμαι πια εκείνη που ήμουν. Έμαθα να ζω μόνη μου. Έμαθα να στηρίζομαι στα πόδια μου. Κι εσύ πρέπει να το μάθεις.»

«Δεν μπορώ, Κική. Δεν είμαι δυνατός σαν εσένα.»

«Κι εγώ δεν ήμουν δυνατή, Νίκο. Με έκανες δυνατή. Με έκανες να μάθω να αντέχω.»

Η γραμμή έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα. Άκουγα μόνο την ανάσα του, βαριά, κοφτή. Ήθελα να του πω τόσα πολλά. Ήθελα να του φωνάξω, να τον βρίσω, να του πω πόσο με πλήγωσε. Αλλά δεν είχε νόημα. Ό,τι ήταν να ειπωθεί, είχε ήδη ειπωθεί. Ό,τι ήταν να χαθεί, είχε ήδη χαθεί.

«Σε ευχαριστώ που με άκουσες, Κική. Συγγνώμη για όλα.»

«Καλή σου νύχτα, Νίκο.»

Έκλεισα το τηλέφωνο και έμεινα να κοιτάζω το ταβάνι. Η καρδιά μου χτυπούσε ακόμα δυνατά. Ένιωθα κουρασμένη, αλλά και ελαφριά. Ίσως, τελικά, αυτή η νυχτερινή συνομιλία να ήταν το κλείσιμο που χρειαζόμουν. Ίσως, τελικά, να έπρεπε να ακούσω τον Νίκο για να καταλάβω πόσο μακριά είχα φτάσει.

Το πρωί, η μητέρα μου με βρήκε στην κουζίνα, να πίνω καφέ και να κοιτάζω το άδειο φλιτζάνι.

«Όλα καλά, κορίτσι μου;»

Της χαμογέλασα αχνά. «Όλα καλά, μαμά. Απλώς… μερικές πληγές δεν κλείνουν ποτέ. Απλώς μαθαίνεις να ζεις με αυτές.»

Εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά. «Είσαι δυνατή, Κική μου. Πιο δυνατή απ’ όσο νομίζεις.»

Και τότε, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα πραγματικά ελεύθερη. Ελεύθερη από το παρελθόν, από τις ενοχές, από τον φόβο της μοναξιάς. Ελεύθερη να ζήσω τη ζωή μου, όπως εγώ θέλω.

Άραγε, μπορεί κανείς να κλείσει στ’ αλήθεια ένα κεφάλαιο, όταν κάποιος άλλος επιμένει να το ξανανοίγει; Ή μήπως η αληθινή ελευθερία έρχεται όταν σταματάς να φοβάσαι το παρελθόν σου;

Τι λέτε εσείς; Έχετε βρεθεί ποτέ στη θέση μου;