«Αν με αγαπάς σαν μάνα σου, άφησέ τον. Αλλιώς, δε θα με ξαναδείς ποτέ»: Η ιστορία της Μαρίας και της μητέρας της

«Αν με αγαπάς σαν μάνα σου, άφησέ τον. Αλλιώς, δε θα με ξαναδείς ποτέ.»

Η φωνή της μάνας μου, της Βικτώριας, αντηχούσε στο μικρό σαλόνι του διαμερίσματός μας στην Καλλιθέα. Τα χέρια της τρέμανε, τα μάτια της ήταν κόκκινα από τα νεύρα και την αγωνία. Εγώ, η Μαρία, στεκόμουν απέναντί της, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται σαν κόμπος. Πώς γίνεται να πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στη μάνα μου και στον άνθρωπο που αγαπώ;

«Μαμά, δεν μπορείς να μου το ζητάς αυτό…» ψιθύρισα, αλλά εκείνη με διέκοψε απότομα.

«Όλα αυτά τα χρόνια σε μεγάλωσα μόνη μου! Ξέρεις τι θυσίες έχω κάνει; Κι εσύ τώρα θα τα πετάξεις όλα για έναν… έναν ξένο;»

Ο «ξένος» ήταν ο Νίκος. Ένας απλός άνθρωπος, γιος ψαρά από τη Νέα Μηχανιώνα, που γνώρισα τυχαία στη σχολή. Δεν είχε πτυχία ούτε λεφτά, αλλά είχε κάτι που δεν είχα ξαναβρεί: καλοσύνη και ειλικρίνεια. Η μάνα μου όμως ήθελε για μένα έναν «καλό γαμπρό», με δουλειά στο δημόσιο και οικογένεια «της προκοπής».

«Δεν είναι ξένος, μαμά. Είναι ο άνθρωπος που αγαπώ», τόλμησα να πω, αλλά η Βικτώρια χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι.

«Αγάπη; Αγάπη είναι να σε βλέπω να πεινάς; Να σε βλέπω να βασανίζεσαι; Όχι! Εγώ θέλω το καλό σου!»

Τα λόγια της με πλήγωσαν βαθιά. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, όταν με κρατούσε σφιχτά από το χέρι για να μη χαθώ στο πανηγύρι του χωριού. Πάντα ήθελε να με προστατεύει. Αλλά τώρα; Τώρα ένιωθα πως με πνίγει.

Οι μέρες περνούσαν με καβγάδες. Ο πατέρας μου είχε φύγει όταν ήμουν μικρή – δεν άντεξε τη Βικτώρια και τις απαιτήσεις της. Η γιαγιά μου έλεγε πάντα: «Η μάνα σου έχει καλό σκοπό, αλλά σκληρή καρδιά». Εγώ όμως ήθελα να ζήσω τη δική μου ζωή.

Ένα βράδυ, γύρισα σπίτι αργά. Η Βικτώρια καθόταν στο σκοτάδι, μόνο το φως από το κινητό της φώτιζε το πρόσωπό της.

«Πού ήσουν;»

«Με τον Νίκο…»

«Σου είπα να μην τον ξαναδείς! Δεν θα αφήσω να καταστρέψεις τη ζωή σου!»

Άρχισα να κλαίω. «Μαμά, δεν είμαι πια παιδί! Θέλω να αποφασίζω εγώ για μένα!»

Σηκώθηκε απότομα και με πλησίασε. «Αν φύγεις μαζί του, ξέχνα με! Δεν θα με ξαναδείς ποτέ!»

Έτρεξα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Άκουγα τη μάνα μου να κλαίει στην κουζίνα. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου.

Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά – δούλευα σε ένα φροντιστήριο αγγλικών για να βοηθάω στα έξοδα του σπιτιού. Η φίλη μου η Ελένη με βρήκε στην αυλή.

«Τι έχεις;»

Της τα είπα όλα. Εκείνη με αγκάλιασε. «Ξέρεις τι λένε; Οι Ελληνίδες μάνες δεν αφήνουν ποτέ τα παιδιά τους ελεύθερα…»

Γέλασα πικρά. «Ναι, αλλά εγώ πνίγομαι…»

Το βράδυ ο Νίκος με περίμενε έξω από το φροντιστήριο.

«Τι έγινε;»

«Η μάνα μου… Μου είπε πως αν δεν σε αφήσω, θα με διαγράψει από τη ζωή της.»

Με κοίταξε στα μάτια και μου έπιασε το χέρι. «Μαρία, εγώ δεν θέλω να σε χωρίσω από τη μάνα σου. Αν θες… μπορώ να φύγω.»

Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει στα δύο. Δεν ήθελα να χάσω κανέναν τους.

Τις επόμενες μέρες η Βικτώρια έγινε σκιά του εαυτού της. Δεν μιλούσε, δεν έτρωγε. Μια μέρα γύρισα σπίτι και τη βρήκα να κάθεται μπροστά στο εικονοστάσι, να προσεύχεται.

«Θεέ μου, φώτισέ την κόρη μου…»

Ένιωσα τύψεις. Ήμουν αχάριστη; Ήμουν εγωίστρια; Ήθελα μόνο λίγη ελευθερία…

Το Σάββατο το πρωί χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η θεία Κατερίνα – η αδελφή της μάνας μου.

«Τι γίνεται εδώ μέσα; Έχω ακούσει τα πάντα στη γειτονιά!»

Η Βικτώρια άρχισε να κλαίει μπροστά της. «Θα χάσω το παιδί μου! Θα φύγει με έναν άνθρωπο που δεν έχει τίποτα!»

Η θεία γύρισε σε μένα: «Μαρία, εσύ τι θες;»

«Θέλω να ζήσω όπως θέλω εγώ… Να κάνω λάθη αν χρειαστεί…»

Η θεία αναστέναξε. «Βικτώρια, άφησέ την! Δεν μπορείς να την κρατήσεις φυλακισμένη!»

Η μάνα μου σηκώθηκε όρθια: «Εγώ ξέρω τι είναι καλύτερο για το παιδί μου! Εσύ δεν έχεις παιδιά, τι ξέρεις;»

Η θεία έφυγε θυμωμένη. Εγώ έμεινα μόνη με τη Βικτώρια.

Την επόμενη εβδομάδα πήρα μια μεγάλη απόφαση. Μάζεψα λίγα ρούχα και τα έβαλα σε μια τσάντα.

«Πού πας;» ρώτησε η μάνα μου όταν με είδε στην πόρτα.

«Πρέπει να φύγω… Να βρω ποια είμαι χωρίς εσένα.»

Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει: «Θα με σκοτώσεις! Θα πεθάνω αν φύγεις!»

Έφυγα τρέχοντας. Ο Νίκος με περίμενε στη στάση του λεωφορείου.

Περάσαμε δύσκολα τους πρώτους μήνες. Μένουμε σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια – δουλεύουμε και οι δύο για να τα βγάλουμε πέρα. Η μάνα μου δεν μου μιλάει πια. Κάθε τόσο βλέπω στον ύπνο μου το πρόσωπό της – άλλοτε θυμωμένο, άλλοτε λυπημένο.

Τα Χριστούγεννα πήγα στην εκκλησία μόνη μου. Ένιωσα ένα κενό μέσα μου – σαν κάτι να λείπει για πάντα.

Κάποιες φορές σκέφτομαι: Άξιζε η ελευθερία μου τόσο πόνο; Μπορεί μια Ελληνίδα κόρη ποτέ στ’ αλήθεια να ξεφύγει από τη σκιά της μητέρας της;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε την αγάπη ή την οικογένεια;