«Τριάντα χρόνια πριν γέννησα τρεις γιους. Τώρα κανείς τους δεν θέλει να βοηθήσει»: Μια μάνα μιλά για την πίκρα της
«Πάλι εσύ, μάνα; Δεν μπορώ τώρα, έχω δουλειά!» Η φωνή του Γιώργου, του μεγάλου μου γιου, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν απόγευμα, καθόμουν στην κουζίνα με τον πατέρα τους, τον Κώστα, και προσπαθούσα να βρω το κουράγιο να του τηλεφωνήσω. Τα πόδια μου πονούσαν, τα χέρια μου έτρεμαν. Ήθελα απλώς να του ζητήσω να περάσει να μας δει, να φέρει λίγα φάρμακα από το φαρμακείο. Δεν ήταν τίποτα δύσκολο, μα για εκείνον φάνηκε βουνό.
Πόσες φορές έχω πει στον εαυτό μου να μην ενοχλώ τα παιδιά; Πόσες φορές έχω κλάψει σιωπηλά τα βράδια, όταν ο Κώστας κοιμάται, κι εγώ σκέφτομαι τα χρόνια που πέρασαν; Θυμάμαι τότε που ήμουν νέα, που έτρεχα από το πρωί ως το βράδυ για να τα προλάβω όλα. Πέντε παιδιά, τρία αγόρια και δύο κορίτσια. Ο Γιώργος, ο Δημήτρης, ο Στέλιος, η Ελένη και η Άννα. Η ζωή μας δεν ήταν εύκολη. Ο Κώστας δούλευε στο εργοστάσιο, εγώ στο σπίτι, με τα παιδιά, το νοικοκυριό, το χωράφι του πατέρα μου στο χωριό. Δεν παραπονέθηκα ποτέ. Ήξερα πως η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα.
Όταν γεννήθηκε ο Γιώργος, ήμουν μόλις είκοσι. Τον κράτησα στην αγκαλιά μου και υποσχέθηκα να κάνω τα πάντα για να μην του λείψει τίποτα. Μετά ήρθε ο Δημήτρης, κι ύστερα ο Στέλιος. Τα αγόρια μου, η περηφάνια μου. Έπειτα, ήρθαν τα κορίτσια. Η Ελένη και η Άννα, τα φώτα του σπιτιού. Η μάνα μου πάντα έλεγε: «Τα κορίτσια είναι η χαρά του σπιτιού, Μαρία. Τα αγόρια φεύγουν, τα κορίτσια μένουν». Τότε γελούσα. Πίστευα πως όλα τα παιδιά είναι το ίδιο. Τώρα, όμως, νιώθω το βάρος αυτών των λόγων.
Τα χρόνια πέρασαν. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν για σπουδές, για δουλειές, για τις δικές τους οικογένειες. Ο Γιώργος παντρεύτηκε τη Σοφία, ο Δημήτρης τη Μαρίνα, ο Στέλιος ακόμα εργένης, αλλά ζει στην Αθήνα. Η Ελένη και η Άννα, παντρεμένες κι αυτές, αλλά πάντα βρίσκουν χρόνο να με πάρουν τηλέφωνο, να έρθουν να με δουν, να με ρωτήσουν αν χρειάζομαι κάτι. Τα αγόρια, όμως…
«Μάνα, δεν μπορώ τώρα, έχω τα παιδιά στο φροντιστήριο», μου είπε ο Δημήτρης την προηγούμενη εβδομάδα. «Μα, Δημήτρη μου, μόνο να μου φέρεις λίγο ψωμί από τον φούρνο…» «Βρες κάποιον άλλον, μάνα, δεν γίνεται!» Και το τηλέφωνο έκλεισε απότομα. Έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό, να νιώθω σαν βάρος στο στήθος. Ο Στέλιος, ο μικρός μου, πάντα με μια δικαιολογία: «Μάνα, δουλεύω μέχρι αργά, δεν προλαβαίνω να έρθω στο χωριό. Θα τα πούμε το Πάσχα». Το Πάσχα… Πόσες φορές έχω ακούσει αυτή τη λέξη, σαν υπόσχεση που ποτέ δεν τηρείται;
Η Ελένη, όμως, έρχεται κάθε Σάββατο. Μου φέρνει φρούτα, κάθεται μαζί μου, μιλάμε για τα παλιά. Η Άννα, αν και μένει μακριά, με παίρνει κάθε βράδυ τηλέφωνο. «Μαμά, πώς είσαι; Θέλεις κάτι;» Αυτές οι μικρές κινήσεις, αυτή η φροντίδα, είναι το μόνο που με κρατάει όρθια. Κι όμως, πάντα πίστευα πως τα αγόρια θα είναι το στήριγμά μου. Πόσο λάθος έκανα…
Ο Κώστας, ο άντρας μου, δεν μιλάει πολύ. Πονάει κι αυτός, αλλά δεν το δείχνει. «Άστα τα παιδιά, Μαρία. Έχουν τις ζωές τους. Εμείς μεγαλώσαμε, πρέπει να μάθουμε να τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας». Μα πώς να το δεχτώ; Πώς να δεχτώ ότι τα παιδιά που μεγάλωσα με τόσο κόπο, τώρα δεν έχουν ούτε πέντε λεπτά να μου αφιερώσουν;
Μια μέρα, πριν λίγους μήνες, έπεσα στην αυλή. Γλίστρησα, χτύπησα το πόδι μου. Έμεινα στο πάτωμα, να φωνάζω βοήθεια. Η Ελένη ήρθε τρέχοντας, με πήγε στο νοσοκομείο. Ούτε ένας από τους γιους μου δεν εμφανίστηκε. Ούτε ένα τηλέφωνο. Μόνο η Άννα, από μακριά, με ρώτησε αν είμαι καλά. Εκείνο το βράδυ, ξάπλωσα στο κρεβάτι και έκλαψα σαν μικρό παιδί. Πού είναι τα παιδιά μου; Πού είναι τα αγόρια μου;
Στο χωριό, όλοι μιλάνε. «Η Μαρία έχει πέντε παιδιά, κι όμως είναι μόνη της». Ντρέπομαι. Ντρέπομαι που δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου, που χρειάζομαι βοήθεια. Ντρέπομαι που τα παιδιά μου δεν είναι εδώ. Κάποιες φορές, σκέφτομαι να τους φωνάξω, να τους πω πόσο με πληγώνουν. Μα μετά φοβάμαι. Φοβάμαι μην τους χάσω τελείως. Κρατάω τα λόγια μέσα μου, τα κάνω κόμπο στο λαιμό.
Πριν λίγες μέρες, ήρθε η γιορτή μου. Η Ελένη και η Άννα ήρθαν με λουλούδια, με αγκάλιασαν, με φίλησαν. Οι γιοι μου, ούτε ένα τηλέφωνο. Ούτε μια ευχή. Ο Κώστας με κοίταξε λυπημένος. «Μαρία, μην το παίρνεις κατάκαρδα. Έτσι είναι η ζωή». Μα εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ πως τα παιδιά μου με ξέχασαν.
Μια μέρα, μάζεψα το κουράγιο μου και πήρα τον Γιώργο τηλέφωνο. «Γιώργο, θέλω να σου μιλήσω. Θέλω να ξέρεις πως πονάω. Πονάω που δεν σε βλέπω, που δεν με παίρνεις ούτε ένα τηλέφωνο». Σιωπή στην άλλη άκρη. «Μάνα, έχω πολλά στο κεφάλι μου. Δεν το κάνω επίτηδες». «Το ξέρω, παιδί μου. Αλλά εγώ δεν θα είμαι για πάντα εδώ. Μην με ξεχνάς». Έκλεισα το τηλέφωνο με δάκρυα στα μάτια. Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Δεν ξέρω αν θα αλλάξει κάτι.
Συχνά αναρωτιέμαι: Τι έκανα λάθος; Γιατί τα αγόρια μου απομακρύνθηκαν τόσο πολύ; Μήπως τους έδωσα πολλά; Μήπως τους έμαθα να τα περιμένουν όλα έτοιμα; Ή μήπως απλώς έτσι είναι η ζωή; Οι κόρες, πάντα δίπλα στη μάνα. Τα αγόρια, πάντα μακριά. Ίσως η μάνα μου είχε δίκιο. Ίσως τελικά τα κορίτσια είναι η χαρά του σπιτιού.
Τώρα, κάθε βράδυ, κάθομαι στην κουζίνα, κοιτάζω τις φωτογραφίες των παιδιών μου και προσεύχομαι να είναι καλά. Δεν ζητάω πολλά. Μόνο ένα τηλέφωνο, μια αγκαλιά, μια κουβέντα. Μόνο να ξέρω πως δεν με ξέχασαν. Μόνο αυτό.
Άραγε, πόσες μάνες στην Ελλάδα νιώθουν όπως εγώ; Πόσες περιμένουν ένα σημάδι από τα παιδιά τους; Εσείς τι λέτε; Είναι άραγε τα κορίτσια το στήριγμα της μάνας ή μήπως φταίει η εποχή μας;