Όταν ο άντρας μου έδωσε όλη μου τη δουλειά στη μητέρα του – Καταιγίδα σε μια ελληνική οικογένεια, μέσα από την κουζίνα
«Πού είναι το φαγητό;» ρώτησα με φωνή που έτρεμε, καθώς άνοιξα το ψυγείο και βρήκα μόνο ένα μισοάδειο τάπερ με σαλάτα. Η κουζίνα μύριζε ακόμα από τα γεμιστά που είχα μαγειρέψει το απόγευμα, τα κεφτεδάκια που είχα πλάσει με τα χέρια μου, το παστίτσιο που είχα ψήσει με τόση φροντίδα. Όλα είχαν εξαφανιστεί. Ο Νίκος, ο άντρας μου, καθόταν στον καναπέ με το κινητό του, αδιάφορος, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
«Τα πήγα στη μάνα μου», είπε τελικά, χωρίς να με κοιτάξει. «Είχε ανάγκη, δεν είχε τίποτα να φάει.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Και δεν σκέφτηκες να με ρωτήσεις; Δούλευα όλη μέρα, μαγείρευα για να έχουμε φαγητό για την εβδομάδα. Πώς το έκανες αυτό;»
Ο Νίκος αναστέναξε, σαν να ήμουν εγώ το πρόβλημα. «Η μάνα μου είναι μόνη της, εσύ έχεις εμένα. Δεν μπορούσα να την αφήσω νηστική.»
Τα χέρια μου έτρεμαν. Ήθελα να ουρλιάξω, να σπάσω κάτι. Δεν ήταν μόνο το φαγητό. Ήταν όλα όσα είχα καταπιεί τόσα χρόνια. Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, πάντα πρώτη σε όλα. Πάντα να έχει τον πρώτο λόγο, πάντα να περνάει το δικό της. Κι εγώ, πάντα να κάνω πίσω, να προσπαθώ να μην ανάψω φωτιές. Αλλά αυτή τη φορά, η φωτιά είχε ήδη ανάψει μέσα μου.
«Δεν είμαι υπηρέτρια κανενός!» φώναξα. «Δεν μαγειρεύω για να τα δίνεις όπου θες, χωρίς να με ρωτάς. Έχω κι εγώ όρια, Νίκο!»
Εκείνος σηκώθηκε απότομα. «Μην κάνεις έτσι, σε παρακαλώ. Είναι μάνα μου, τι να έκανα;»
«Να με ρωτούσες!» ούρλιαξα. «Να σεβόσουν τον κόπο μου! Να σκεφτόσουν ότι κι εγώ δουλεύω, κι εγώ κουράζομαι!»
Η φωνή μου αντήχησε στο μικρό μας διαμέρισμα. Για μια στιγμή, σιώπησε. Με κοίταξε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. «Δεν το σκέφτηκα έτσι», είπε χαμηλόφωνα. «Συγγνώμη.»
Αλλά η συγγνώμη του δεν έφτανε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η κυρία Ελένη γινόταν το κέντρο του κόσμου μας. Από την πρώτη μέρα που παντρευτήκαμε, ένιωθα πως έπρεπε να αποδείξω ότι αξίζω, ότι είμαι αρκετή για τον γιο της. Εκείνη πάντα έβρισκε κάτι να σχολιάσει: το φαγητό μου, το σπίτι, ακόμα και τον τρόπο που μεγάλωνα τα παιδιά μας. Ο Νίκος, πάντα στη μέση, πάντα να προσπαθεί να τους ευχαριστήσει όλους, εκτός από εμένα.
Θυμήθηκα τα λόγια της, ένα απόγευμα που είχε έρθει για καφέ. «Εγώ, κορίτσι μου, όταν ήμουν στη θέση σου, είχα πάντα το σπίτι στην τρίχα και τον άντρα μου ευχαριστημένο. Εσύ, όλο κουρασμένη είσαι.» Τότε χαμογέλασα αμήχανα. Σήμερα, ήθελα να της φωνάξω πως δεν είμαι εκείνη, πως δεν θα γίνω ποτέ.
Το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμήθηκαν, κάθισα μόνη στην κουζίνα. Κοίταξα τα άδεια τάπερ, τα πιάτα που δεν θα γεμίσουν αύριο. Ένιωσα μια πίκρα να με πνίγει. Δεν ήταν μόνο το φαγητό. Ήταν η αίσθηση πως δεν μετράω, πως ό,τι κάνω είναι δεδομένο. Πόσες φορές ακόμα θα πρέπει να παλέψω για να ακουστώ;
Την επόμενη μέρα, η κυρία Ελένη τηλεφώνησε. «Ευχαριστώ για το φαγητό, κορίτσι μου. Πολύ νόστιμο. Να μου στείλεις πάλι, ε;» Η φωνή της ήταν γλυκιά, αλλά μέσα μου έβραζα. «Δεν ξέρω αν θα προλάβω, δουλεύω πολύ αυτές τις μέρες», απάντησα ψυχρά. Άκουσα μια παύση στην άλλη άκρη. «Ε, καλά, αν δεν μπορείς, θα παραγγείλω κάτι. Αλλά ο Νίκος μου είπε πως πάντα έχεις φαγητό έτοιμο.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Γιατί έπρεπε πάντα να απολογούμαι; Γιατί έπρεπε να νιώθω ενοχές που δεν μπορώ να είμαι τα πάντα για όλους;
Το βράδυ, όταν ο Νίκος γύρισε σπίτι, τον περίμενα. «Πρέπει να μιλήσουμε», του είπα. Κάθισε απέναντί μου, φανερά κουρασμένος. «Δεν αντέχω άλλο έτσι», του είπα. «Νιώθω πως ό,τι κάνω δεν έχει αξία. Πάντα η μάνα σου, πάντα οι δικές της ανάγκες. Εγώ πού είμαι σε όλα αυτά;»
Ο Νίκος με κοίταξε σιωπηλός. «Δεν το καταλαβαίνω πάντα», είπε τελικά. «Αλλά δεν θέλω να σε χάσω. Πες μου τι να κάνω.»
«Να με βάλεις πρώτη, έστω και μια φορά», του είπα. «Να σταθείς δίπλα μου, όχι απέναντί μου. Να καταλάβεις πως κι εγώ έχω ανάγκες, πως κι εγώ είμαι άνθρωπος.»
Για πρώτη φορά, είδα στα μάτια του μια ειλικρινή ανησυχία. «Θα προσπαθήσω», είπε. «Αλλά θέλω να ξέρεις πως αγαπάω και τη μάνα μου.»
«Δεν σου ζητάω να μην την αγαπάς», του απάντησα. «Σου ζητάω να με σέβεσαι. Να σέβεσαι τον κόπο μου, τα όριά μου. Να μην με θεωρείς δεδομένη.»
Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος προσπάθησε να αλλάξει. Μου ζήτησε να μαγειρέψουμε μαζί, να αποφασίσουμε μαζί τι θα κάνουμε με το φαγητό. Η κυρία Ελένη, βέβαια, δεν σταμάτησε να ζητάει. Αλλά εγώ έμαθα να λέω όχι. Να βάζω όρια, να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου.
Δεν ξέρω αν θα αλλάξουν όλα. Ξέρω όμως πως δεν θα αφήσω ξανά κανέναν να με κάνει να νιώσω αόρατη. Γιατί αν δεν υπερασπιστώ εγώ τον εαυτό μου, ποιος θα το κάνει;
Άραγε, πόσες γυναίκες στην Ελλάδα νιώθουν όπως εγώ; Πόσες φορές ακόμα θα πρέπει να φωνάξουμε για να μας ακούσουν;