«Μαμά, ο άντρας μου με απατά – Μην το πεις σε κανέναν…»

«Μαμά…» Η φωνή της Βικτώριας έτρεμε στην άλλη άκρη της γραμμής. Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και το τηλέφωνο με ξύπνησε από έναν ανήσυχο ύπνο. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά – ήξερα πως κάτι κακό είχε συμβεί. «Μαμά, σε παρακαλώ, μην το πεις σε κανέναν… Ο Κώστας… με απατά.»

Έμεινα σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα. Ήθελα να ουρλιάξω, να τη ρωτήσω πώς το έμαθε, να της πω να έρθει αμέσως σπίτι. Αλλά η φωνή μου βγήκε ψιθυριστή: «Παιδί μου, είσαι σίγουρη;»

«Τον είδα, μαμά. Με τα μάτια μου. Ήταν με εκείνη τη γυναίκα από τη δουλειά του, την Ελένη. Δεν με είδε, αλλά… δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σε παρακαλώ, μην το πεις στον μπαμπά, ούτε στον αδερφό μου. Δεν θέλω να γίνει χαμός.»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Η Βικτώρια ήταν πάντα το δυνατό παιδί, εκείνη που δεν λύγιζε ποτέ. Κι όμως, τώρα έκλαιγε σαν μικρό κορίτσι. «Θα έρθω αμέσως», της είπα. «Όχι, μαμά, δεν θέλω να σε αναστατώσω. Απλώς… ήθελα να το πω σε κάποιον. Δεν αντέχω άλλο.»

Έμεινα ξάγρυπνη όλη τη νύχτα. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, κοιμόταν δίπλα μου, ανυποψίαστος. Πόσες φορές είχαμε μιλήσει για τον Κώστα, τον γαμπρό μας; Πόσες φορές είχαμε καμαρώσει για το ζευγάρι που έφτιαξαν με τη Βικτώρια; Και τώρα, όλα αυτά ήταν ψέματα. Ένιωθα προδομένη, όχι μόνο για λογαριασμό της κόρης μου, αλλά και για εμάς, για την οικογένειά μας.

Το πρωί, η Βικτώρια με πήρε ξανά. Η φωνή της ήταν πιο ήρεμη, αλλά κουρασμένη. «Μαμά, θα πάω στη δουλειά σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Δεν θέλω να δώσω δικαιώματα. Ο Κώστας δεν ξέρει ότι ξέρω. Θα το σκεφτώ…»

«Θέλεις να έρθεις σπίτι; Να μείνεις μαζί μας για λίγο;»

«Όχι, μαμά. Αν φύγω, θα καταλάβει. Δεν είμαι έτοιμη.»

Όλη μέρα σκεφτόμουν τι να κάνω. Να μιλήσω στον Γιάννη; Να πάω να βρω τον Κώστα; Να πάρω τηλέφωνο την Ελένη και να της πω να αφήσει ήσυχη την οικογένειά μας; Αλλά η Βικτώρια μου είχε ζητήσει να μην πω τίποτα. Έπρεπε να σεβαστώ την επιθυμία της, όσο κι αν με έπνιγε η αγωνία.

Το βράδυ, ο Γιάννης με ρώτησε γιατί ήμουν σκεφτική. «Τίποτα, απλώς είμαι κουρασμένη», του απάντησα. Ήξερα πως δεν θα με πίστευε για πολύ. Ο άντρας μου είχε μάθει να διαβάζει το πρόσωπό μου. «Έχει να κάνει με τα παιδιά;» επέμεινε. «Όχι, όλα καλά», ψέμματα ξανά.

Τις επόμενες μέρες, η Βικτώρια ήταν σαν φάντασμα. Ερχόταν στο σπίτι για λίγο, έπινε έναν καφέ, μιλούσε για ασήμαντα πράγματα. Τα μάτια της όμως ήταν κόκκινα, και τα χέρια της έτρεμαν. Ο Κώστας ερχόταν μαζί της, έκανε πως όλα ήταν φυσιολογικά. Έπαιζε με τον μικρό τους, τον Πέτρο, γελούσε, μιλούσε για τη δουλειά. Ήθελα να του φωνάξω, να τον ρωτήσω πώς τολμά να παίζει αυτό το θέατρο μπροστά μας. Αλλά κρατήθηκα.

Ένα βράδυ, η Βικτώρια με πήρε ξανά. «Μαμά, δεν αντέχω άλλο. Θέλω να του μιλήσω. Αλλά φοβάμαι. Τι θα γίνει αν με αφήσει; Τι θα πω στον Πέτρο;»

«Παιδί μου, ό,τι κι αν γίνει, εμείς θα είμαστε εδώ. Δεν είσαι μόνη σου.»

«Μαμά, αν το μάθει ο μπαμπάς, θα γίνει χαμός. Θα πάει να τον βρει, θα τον δείρει. Δεν θέλω να διαλυθεί η οικογένειά μας.»

«Η οικογένειά μας δεν θα διαλυθεί, Βικτώρια. Εμείς είμαστε η οικογένειά σου. Ο Κώστας… αν δεν σε σέβεται, δεν αξίζει να είναι μαζί σου.»

«Μαμά, τον αγαπάω ακόμα. Δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ. Νιώθω ντροπή, θυμό, λύπη… όλα μαζί. Και δεν μπορώ να το πω σε κανέναν.»

Έκλαψα μαζί της εκείνο το βράδυ. Ένιωθα ανήμπορη, σαν να έβλεπα το παιδί μου να πνίγεται και να μην μπορώ να το σώσω. Ήθελα να πάρω τον πόνο της πάνω μου, να την προστατέψω, όπως όταν ήταν μικρή και φοβόταν το σκοτάδι. Αλλά τώρα, το σκοτάδι ήταν μέσα της.

Τις επόμενες εβδομάδες, η ένταση στο σπίτι μεγάλωνε. Ο Γιάννης άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά. «Η Βικτώρια είναι χλωμή, δεν γελάει πια. Τι συμβαίνει;» με ρώτησε ένα βράδυ. «Έχει άγχος με τη δουλειά», του απάντησα. Ήξερα πως δεν τον ξεγελούσα.

Μια μέρα, ο μικρός Πέτρος ήρθε και με αγκάλιασε. «Γιαγιά, γιατί η μαμά κλαίει τα βράδια;» με ρώτησε αθώα. Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει. «Η μαμά είναι λίγο κουρασμένη, αγόρι μου. Όλα θα πάνε καλά.»

Η Βικτώρια τελικά αποφάσισε να μιλήσει στον Κώστα. Ήρθε σπίτι μου το απόγευμα, τα μάτια της πρησμένα. «Μαμά, σήμερα θα του το πω. Δεν αντέχω άλλο. Αν με αφήσει, θα μείνω μαζί σας για λίγο. Αν με διαψεύσει, θα του δείξω τις φωτογραφίες που τράβηξα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με ψέματα.»

Την αγκάλιασα σφιχτά. «Είμαι περήφανη για σένα, Βικτώρια. Ό,τι κι αν γίνει, θα είμαι δίπλα σου.»

Το βράδυ, με πήρε τηλέφωνο. Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά σπασμένη. «Μαμά, το παραδέχτηκε. Μου είπε ότι ήταν λάθος, ότι δεν ξέρει γιατί το έκανε. Έκλαιγε, ζητούσε συγγνώμη. Δεν ξέρω αν πρέπει να τον συγχωρήσω. Νιώθω τόσο μπερδεμένη.»

«Παιδί μου, μόνο εσύ ξέρεις τι αντέχεις. Μην αφήσεις κανέναν να σε πιέσει. Ούτε εμένα.»

«Θέλω να προσπαθήσω, μαμά. Για τον Πέτρο. Αλλά φοβάμαι πως δεν θα τον εμπιστευτώ ποτέ ξανά.»

«Η εμπιστοσύνη χτίζεται δύσκολα, Βικτώρια. Αν δεις ότι δεν μπορείς, μην το πιέσεις. Η ζωή είναι μικρή για να τη ζεις με ψέματα.»

Οι μήνες πέρασαν. Η Βικτώρια και ο Κώστας πήγαν σε σύμβουλο γάμου. Προσπάθησαν να ξαναβρούν τη σχέση τους. Κάποιες μέρες έμοιαζαν να τα καταφέρνουν, άλλες όχι. Εγώ ήμουν πάντα εκεί, να προσέχω τον Πέτρο, να ακούω τη Βικτώρια, να κρατάω το μυστικό της από τον Γιάννη και τον αδερφό της. Το βάρος ήταν τεράστιο. Κάποιες φορές ήθελα να τα φωνάξω όλα, να ξεσπάσω. Αλλά κρατήθηκα. Για εκείνη.

Μια μέρα, η Βικτώρια με ρώτησε: «Μαμά, εσύ θα τον συγχωρούσες;»

Την κοίταξα στα μάτια. «Δεν ξέρω, παιδί μου. Ίσως. Ίσως όχι. Εξαρτάται από το πώς νιώθεις εσύ. Εγώ, πάντως, θα σε αγαπάω ό,τι κι αν αποφασίσεις.»

Τώρα, μήνες μετά, η πληγή είναι ακόμα ανοιχτή. Η Βικτώρια προσπαθεί, ο Κώστας δείχνει μεταμέλεια, αλλά τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ο Πέτρος μεγαλώνει, αθώος, χωρίς να ξέρει τι έχει συμβεί. Ο Γιάννης ακόμα δεν ξέρει τίποτα, αλλά με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που λέει πως υποψιάζεται.

Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, αναρωτιέμαι: Έκανα καλά που κράτησα το μυστικό της Βικτώριας; Ή μήπως, αν το είχα πει, θα είχαμε βρει όλοι την αλήθεια μας πιο γρήγορα; Πόσο βάρος μπορεί να αντέξει μια μάνα για το παιδί της; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;