«Γιατί η κόρη μου κατηγορεί πάντα τους άλλους;» – Η ιστορία της Μαρίας και της Ελένης
«Πάλι φταις εσύ, μαμά! Αν δεν μου είχες πει να διαβάσω εκείνο το βιβλίο, θα είχα γράψει καλύτερα στο διαγώνισμα!»
Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων, αλλά κάθε φορά που κάτι δεν πήγαινε όπως το ήθελε, έβρισκε κάποιον να κατηγορήσει. Συνήθως εμένα. Εκείνο το βράδυ, καθόμουν στην κουζίνα με το κεφάλι στα χέρια μου, προσπαθώντας να θυμηθώ πότε άρχισε να γίνεται τόσο δύσκολη η επικοινωνία μας.
Θυμάμαι την πρώτη μέρα που την έφερα σπίτι από το μαιευτήριο. Ο πατέρας της, ο Γιώργος, χαμογελούσε πλατιά, κι εγώ ένιωθα πως κρατούσα όλο τον κόσμο στα χέρια μου. Τα πρώτα χρόνια ήταν γεμάτα γέλια, παιχνίδια στην αυλή του σπιτιού μας στη Νέα Σμύρνη, μυρωδιές από φρεσκοψημένο ψωμί και φωνές από τα παιδιά της γειτονιάς. Η Ελένη ήταν πάντα κολλημένη πάνω μου. «Μαμά, έλα να παίξουμε! Μαμά, κοίτα τι έφτιαξα!»
Όμως, όσο μεγάλωνε, κάτι άλλαζε. Στο δημοτικό άρχισε να παραπονιέται για τους δασκάλους: «Η κυρία Κατερίνα με έχει βάλει στο μάτι», «Ο Μάριος με κοροϊδεύει γιατί ζηλεύει». Κάθε φορά που προσπαθούσα να της εξηγήσω πως ίσως να έχει κι εκείνη ένα μερίδιο ευθύνης, θύμωνε. «Πάντα παίρνεις το μέρος των άλλων!» μου φώναζε.
Ο Γιώργος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες. «Άστην, Μαρία. Είναι μικρή ακόμα. Θα μάθει μεγαλώνοντας». Αλλά εγώ ανησυχούσα. Έβλεπα πως κάθε αποτυχία της μετατρεπόταν σε κατηγορία προς κάποιον άλλον: τη φίλη της που δεν τη βοήθησε, τον δάσκαλο που δεν την κατάλαβε, εμένα που δεν τη στήριξα αρκετά.
Τα χρόνια περνούσαν και η κατάσταση χειροτέρευε. Στο γυμνάσιο, όταν έγραψε χαμηλό βαθμό στα μαθηματικά, ήρθε σπίτι κλαίγοντας: «Η κυρία Παπαδοπούλου με αδίκησε! Δεν με συμπαθεί επειδή δεν κάνω ιδιαίτερα!» Προσπάθησα να της εξηγήσω πως ίσως να μην είχε διαβάσει αρκετά. «Εσύ πάντα με κατηγορείς!» μου είπε και έκλεισε την πόρτα του δωματίου της με δύναμη.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά, ο Γιώργος με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα. «Μήπως είμαστε πολύ αυστηροί;» τον ρώτησα. «Ή μήπως δεν της μάθαμε ποτέ να αναλαμβάνει τις ευθύνες της;» Εκείνος αναστέναξε. «Όλοι κάνουμε λάθη σαν γονείς. Το θέμα είναι πώς θα το διορθώσουμε.»
Η Ελένη μπήκε στο λύκειο και οι εντάσεις κορυφώθηκαν. Οι φίλες της άλλαζαν συχνά – πάντα κάποια την είχε προδώσει ή την είχε αδικήσει. Στο σπίτι επικρατούσε μια μόνιμη ένταση. Κάθε φορά που προσπαθούσα να συζητήσω μαζί της, κατέληγε σε φωνές και δάκρυα.
Μια μέρα, γύρισα νωρίς από τη δουλειά και τη βρήκα να κάθεται μόνη στο σαλόνι, με το βλέμμα χαμένο στο κενό.
– Τι έχεις; τη ρώτησα απαλά.
– Τίποτα… Όλοι με έχουν παρατήσει. Κανείς δεν με καταλαβαίνει.
– Θέλεις να μιλήσουμε;
– Δεν έχει νόημα… Εσύ πάντα θα πεις ότι φταίω εγώ.
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται. Πώς γίνεται το παιδί που μεγάλωσα με τόση αγάπη να νιώθει τόσο μόνο;
Προσπάθησα να θυμηθώ αν υπήρχε κάποιο σημείο καμπής. Ίσως όταν ο Γιώργος έχασε τη δουλειά του και το σπίτι μας γέμισε άγχος και οικονομικές δυσκολίες. Ίσως τότε άρχισε η Ελένη να νιώθει πως όλα είναι εναντίον της. Ίσως εγώ, προσπαθώντας να την προστατέψω από τα προβλήματα, της έδωσα την εντύπωση πως πάντα κάποιος άλλος φταίει για ό,τι μας συμβαίνει.
Τα χρόνια πέρασαν κι άλλο. Η Ελένη μπήκε στο πανεπιστήμιο στην Πάτρα – μακριά από εμάς. Πίστεψα πως η απόσταση θα βοηθούσε. Όμως τα τηλεφωνήματα ήταν γεμάτα παράπονα: «Ο καθηγητής είναι άδικος», «Οι συγκάτοικοι είναι ανώριμοι», «Δεν βρίσκω δουλειά γιατί όλοι παίρνουν γνωστούς».
Κάποια στιγμή αποφάσισα να πάω να τη δω χωρίς προειδοποίηση. Τη βρήκα στο μικρό διαμέρισμα με τα ρούχα πεταμένα παντού και το πρόσωπό της κουρασμένο.
– Ελένη… Τι συμβαίνει;
– Τίποτα μαμά… Απλά όλα πάνε στραβά.
– Θέλεις βοήθεια; Να μιλήσουμε;
– Δεν χρειάζομαι βοήθεια! Απλά… αν είχα καλύτερη τύχη…
Εκείνο το βράδυ καθίσαμε μαζί στον καναπέ. Της μίλησα για τα δικά μου λάθη, για τις φορές που κι εγώ απέφυγα να αναλάβω ευθύνη στη ζωή μου. Για τα χρόνια που φοβόμουν να παραδεχτώ ότι ίσως φταίω κι εγώ για όσα δεν πήγαν όπως τα ήθελα.
– Μαμά… Πιστεύεις ότι φταίω εγώ για όλα;
– Όχι παιδί μου… Αλλά πιστεύω ότι μόνο αν δούμε τι μπορούμε εμείς να αλλάξουμε, θα νιώσουμε πραγματικά ελεύθεροι.
Δεν ξέρω αν κατάλαβε τι ήθελα να πω. Από τότε οι σχέσεις μας παραμένουν δύσκολες – κάποιες μέρες μιλάμε καλύτερα, άλλες όχι. Αλλά συνεχίζω να ελπίζω πως κάποτε θα βρει τη δύναμη να κοιτάξει μέσα της χωρίς φόβο.
Συχνά αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά οι γονείς φτιάχνουν τα παιδιά τους όπως μπορούν – κι ύστερα πρέπει να τα αφήσουν να βρουν μόνα τους τον δρόμο τους; Ή μήπως υπάρχει πάντα κάτι παραπάνω που μπορούμε να κάνουμε; Εσείς τι πιστεύετε;