Η νύφη μου με παίρνει τηλέφωνο και παραπονιέται: «Ο γιος σου δεν με βοηθάει πια στο σπίτι» – Της το είχα πει, αλλά τώρα τι να κάνω;

«Μαμά, δεν αντέχω άλλο! Ο Νίκος δεν με βοηθάει καθόλου στο σπίτι, ούτε ένα πιάτο δεν σηκώνει από το τραπέζι!» Η φωνή της Μαρίας έτρεμε από την αγανάκτηση, και εγώ κρατούσα το τηλέφωνο στο χέρι, νιώθοντας ένα γνώριμο βάρος στο στήθος μου. Ήταν η τρίτη φορά μέσα στον μήνα που με έπαιρνε για το ίδιο θέμα. Κάθισα στην παλιά πολυθρόνα της κουζίνας, εκεί που συνήθιζα να πίνω τον καφέ μου όταν ο άντρας μου, ο Γιώργος, έφευγε για τη δουλειά.

«Μαρία, σου το είχα πει, θυμάσαι; Από τότε που γνωριστήκατε, δεν τον άφηνες να κάνει τίποτα. Όλα τα έκανες εσύ. Τώρα πώς να αλλάξει;» της απάντησα ήρεμα, αν και μέσα μου έβραζα. Δεν ήθελα να ακουστώ επικριτική, αλλά η αλήθεια ήταν πως το είχα δει να έρχεται. Ο Νίκος, ο γιος μου, πάντα ήταν καλομαθημένος. Από μικρός, εγώ και ο πατέρας του του τα είχαμε όλα έτοιμα. Και όταν γνώρισε τη Μαρία, εκείνη τον λάτρεψε τόσο που δεν του άφηνε περιθώριο να αναλάβει ευθύνες.

Θυμάμαι ακόμα το πρώτο τους Πάσχα μαζί, όταν ήρθαν στο σπίτι μας στο Περιστέρι. Η Μαρία έτρεχε να στρώσει το τραπέζι, να σερβίρει, να μαζέψει τα πιάτα, ενώ ο Νίκος καθόταν με τον πατέρα του και έβλεπαν ποδόσφαιρο. Τότε της είχα πει, χαμηλόφωνα στην κουζίνα: «Άφησέ τον να βοηθήσει, Μαρία. Δεν είναι κακό να σηκώσει ένα πιάτο». Εκείνη χαμογέλασε αμήχανα και μου είπε: «Δεν πειράζει, κυρία Ελένη, θέλω να τον φροντίζω».

Τώρα, τρία χρόνια μετά, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο Νίκος είχε βρει δουλειά σε μια εταιρεία πληροφορικής, δούλευε πολλές ώρες, και όταν γύριζε σπίτι, δεν έκανε τίποτα. Η Μαρία, που δούλευε κι εκείνη σε φαρμακείο, έπρεπε να τα προλαβαίνει όλα: φαγητό, καθάρισμα, ψώνια, λογαριασμούς. Και τώρα, με το μωρό που ήρθε πριν έξι μήνες, η κατάσταση είχε γίνει αφόρητη.

«Δεν ξέρω τι να κάνω, μαμά. Του μιλάω, του εξηγώ, αλλά μου λέει ότι είναι κουρασμένος. Κι εγώ τι είμαι; Ρομπότ;» Η φωνή της έσπασε. Ένιωσα μια βαθιά θλίψη. Ήξερα ακριβώς πώς ένιωθε. Κι εγώ έτσι ήμουν με τον Γιώργο. Εκείνος δούλευε, εγώ τα έκανα όλα στο σπίτι. Κι όταν κάποτε του ζήτησα να με βοηθήσει, μου είπε: «Εσύ είσαι η γυναίκα, αυτά είναι δικά σου». Πόνεσα τότε, αλλά δεν μίλησα. Έμεινα σιωπηλή, όπως έκαναν οι περισσότερες γυναίκες της γενιάς μου.

«Μαρία μου, πρέπει να του μιλήσεις ξανά. Να του πεις ότι δεν μπορείς να τα κάνεις όλα μόνη σου. Να του ζητήσεις να αναλάβει συγκεκριμένα πράγματα. Ίσως να βοηθήσει αν του πεις ακριβώς τι χρειάζεσαι», της είπα, προσπαθώντας να της δώσω κουράγιο.

«Το έχω κάνει, μαμά. Μου λέει ότι θα προσπαθήσει, αλλά τίποτα δεν αλλάζει. Και όταν του λέω ότι κουράζομαι, μου λέει ότι υπερβάλλω. Μερικές φορές σκέφτομαι να τα παρατήσω όλα και να φύγω», είπε με απόγνωση.

Έμεινα σιωπηλή. Θυμήθηκα τη δική μου μητέρα, τη γιαγιά Κατίνα, που πάντα μου έλεγε: «Να αντέχεις, παιδί μου. Η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα». Αλλά εγώ ήξερα πια ότι αυτό δεν ήταν λύση. Η αντοχή έχει και όρια.

Το βράδυ, όταν ο Νίκος με πήρε τηλέφωνο, προσπάθησα να του μιλήσω. «Νίκο μου, η Μαρία κουράζεται πολύ. Πρέπει να τη βοηθάς περισσότερο», του είπα. Εκείνος αναστέναξε. «Μαμά, δουλεύω όλη μέρα. Θέλω να ξεκουραστώ όταν γυρίζω σπίτι. Η Μαρία αγχώνεται με το παραμικρό».

«Νίκο, κι εκείνη δουλεύει. Και τώρα με το μωρό, είναι ακόμα πιο δύσκολο. Δεν είναι δίκαιο να τα κάνει όλα μόνη της», επέμεινα.

«Καλά, θα προσπαθήσω», είπε αδιάφορα και άλλαξε θέμα. Έκλεισα το τηλέφωνο και ένιωσα μια πίκρα. Πόσο δύσκολο ήταν να καταλάβει;

Τις επόμενες μέρες, η Μαρία δεν με πήρε ξανά. Αναρωτιόμουν τι να κάνω. Να πάω από το σπίτι τους; Να μιλήσω ξανά στον Νίκο; Ή μήπως να αφήσω τα παιδιά να λύσουν μόνα τους τα προβλήματά τους;

Μια Κυριακή, αποφάσισα να τους επισκεφτώ χωρίς να τους ειδοποιήσω. Μπήκα στο διαμέρισμά τους στο Αιγάλεω και βρήκα τη Μαρία να προσπαθεί να ταΐσει το μωρό, ενώ η κουζίνα ήταν γεμάτη άπλυτα πιάτα. Ο Νίκος καθόταν στον καναπέ με το κινητό του.

«Καλημέρα, παιδιά», είπα προσπαθώντας να φανώ χαρούμενη. Η Μαρία με κοίταξε με μάτια κουρασμένα, αλλά χαμογέλασε. Ο Νίκος σηκώθηκε και με φίλησε βιαστικά.

«Να βοηθήσω λίγο με το μωρό;» ρώτησα τη Μαρία. Εκείνη αναστέναξε με ανακούφιση. «Σε ευχαριστώ, μαμά. Δεν έχω κοιμηθεί σχεδόν καθόλου».

Καθώς κρατούσα το μωρό στην αγκαλιά μου, παρατήρησα τον Νίκο να σηκώνεται και να πηγαίνει στην κουζίνα. Άρχισε να μαζεύει τα πιάτα, ίσως επειδή ήμουν εκεί. Η Μαρία με κοίταξε με ένα βλέμμα που έλεγε «βλέπεις; μόνο όταν είσαι εσύ εδώ».

Το βράδυ, όταν γύρισα σπίτι, ένιωθα μπερδεμένη. Έπρεπε να κάνω κάτι; Ή μήπως να αφήσω τα παιδιά να βρουν μόνα τους τις ισορροπίες τους; Θυμήθηκα τον δικό μου γάμο, πώς έμεινα χρόνια σε μια σχέση που με έπνιγε, μέχρι που ο Γιώργος βρήκε άλλη γυναίκα και έφυγε. Τώρα ζει με τη δεύτερη γυναίκα του και, όπως έμαθα, της κάνει τα ίδια.

Τις επόμενες μέρες, η Μαρία με πήρε ξανά. «Μαμά, σκέφτομαι να πάω για λίγο στη μητέρα μου, να ξεκουραστώ. Ο Νίκος δεν καταλαβαίνει. Μήπως να του μιλήσεις εσύ;»

Ένιωσα ένα σφίξιμο. Ήξερα ότι αν ανακατευτώ περισσότερο, ίσως τα πράγματα χειροτερέψουν. Αλλά αν δεν κάνω τίποτα, η Μαρία θα καταρρεύσει.

Το βράδυ, κάθισα μόνη στην κουζίνα και σκέφτηκα τη ζωή μου. Πόσες φορές είχα θυσιάσει τον εαυτό μου για την οικογένεια; Πόσες φορές είχα σωπάσει για να μην χαλάσω την ησυχία του σπιτιού; Και τώρα, η νύφη μου ζούσε το ίδιο.

Την επόμενη μέρα, κάλεσα τον Νίκο για καφέ. Καθίσαμε στο μπαλκόνι, με θέα τα στενά του Περιστερίου. «Νίκο, θέλω να σου μιλήσω σαν μάνα, όχι σαν πεθερά. Η Μαρία δεν αντέχει άλλο. Πρέπει να αλλάξεις. Δεν είναι ντροπή να βοηθάς στο σπίτι. Είναι ντροπή να αφήνεις τη γυναίκα σου να λυγίζει».

Ο Νίκος με κοίταξε σιωπηλός. «Δεν το καταλαβαίνω, μαμά. Έτσι μεγάλωσα. Ο μπαμπάς ποτέ δεν έκανε τίποτα. Εσύ τα έκανες όλα».

«Και γι’ αυτό χώρισα με τον πατέρα σου, Νίκο. Γιατί δεν άντεξα άλλο. Δεν θέλω να κάνεις τα ίδια λάθη. Η Μαρία σε αγαπάει, αλλά δεν θα αντέξει για πάντα», του είπα με δάκρυα στα μάτια.

Έμεινε σιωπηλός. Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Ίσως χρειαστεί να περάσει καιρός για να αλλάξει. Ίσως να μην αλλάξει ποτέ.

Τώρα κάθομαι μόνη και αναρωτιέμαι: Μπορούμε πραγματικά να αλλάξουμε όσα μάθαμε από παιδιά; Ή μήπως είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη; Εσείς τι λέτε;