Πληρώνοντας τα Χρέη της Πεθεράς μου, Ξεχνώντας το Παιδί μου
«Δεν αντέχω άλλο, Μαρία! Δεν είναι δικά μας αυτά τα χρέη!» φώναξε ο Νίκος, ο άντρας μου, χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Η φωνή του αντήχησε στο μικρό μας σαλόνι, κάνοντας τη μικρή Ελένη να πεταχτεί από τον ύπνο της στο διπλανό δωμάτιο. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήταν η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα που τσακωνόμασταν για τα ίδια πράγματα: τα χρέη της πεθεράς μου, της κυρίας Σοφίας, και το πώς αυτά είχαν γίνει δικό μας πρόβλημα.
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η ζωή μου θα έπαιρνε αυτή την τροπή. Όταν γνώρισα τον Νίκο, ήμουν γεμάτη όνειρα. Είχα μόλις κληρονομήσει το διαμέρισμα της γιαγιάς μου στην Κυψέλη – δύο υπνοδωμάτια, φωτεινό, με μπαλκόνι που έβλεπε στην αυλή. Ο Νίκος είχε ένα μικρότερο διαμέρισμα στα Πατήσια από τον πατέρα του. Όταν παντρευτήκαμε, αποφασίσαμε να μείνουμε στο δικό μου, αλλά να νοικιάζουμε το δικό του γιατί ήταν κοντά στον ηλεκτρικό και έπιανε καλύτερο ενοίκιο.
Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που η πεθερά μου άρχισε να έχει προβλήματα με τα δάνειά της. Ο άντρας της είχε πεθάνει ξαφνικά από έμφραγμα και εκείνη έμεινε με ένα σωρό χρέη από κάρτες και καταναλωτικά δάνεια. Ο Νίκος ήταν μοναχοπαίδι. «Είναι μάνα μου», έλεγε κάθε φορά που προσπαθούσα να του εξηγήσω ότι δεν μπορούμε να πληρώνουμε εμείς τα πάντα. «Δεν θα την αφήσω στο δρόμο.»
Στην αρχή βοηθούσαμε όσο μπορούσαμε. Ένα μικρό ποσό κάθε μήνα. Μετά όμως ήρθαν οι απειλές από τις τράπεζες, τα εξώδικα, οι δικαστικοί επιμελητές. Η κυρία Σοφία έκλαιγε στο τηλέφωνο: «Μαρία μου, δεν ξέρω τι να κάνω… Θα μου πάρουν το σπίτι!» Κάθε φορά που την άκουγα, ένιωθα ένα βάρος στο στήθος. Δεν ήθελα να την αφήσω να καταστραφεί, αλλά είχα κι εγώ το παιδί μου.
Η Ελένη ήταν τότε τριών ετών. Χρειαζόταν φροντίδα, παιχνίδι, αγκαλιές. Εγώ όμως ήμουν συνεχώς κουρασμένη και αγχωμένη. Δούλευα σε ένα λογιστικό γραφείο στη Σταδίου, με μισθό που μετά βίας έφτανε για τα βασικά. Ο Νίκος είχε μείνει άνεργος μετά τις περικοπές στη δουλειά του και έκανε περιστασιακά μεροκάματα σε οικοδομές.
Τα βράδια καθόμουν στην κουζίνα και υπολόγιζα ξανά και ξανά τα έξοδα. Το ενοίκιο από το διαμέρισμα στα Πατήσια πήγαινε κατευθείαν στις δόσεις της πεθεράς μου. Το δικό μας διαμέρισμα είχε ανάγκες: κοινόχρηστα, λογαριασμοί, επισκευές. Τα ψώνια γίνονταν όλο και λιγότερα. Η Ελένη ζητούσε σοκολάτες και παιχνίδια που δεν μπορούσα να της αγοράσω.
Μια μέρα, καθώς επέστρεφα από τη δουλειά, βρήκα την πεθερά μου να κάθεται στο σαλόνι μας με την Ελένη στην αγκαλιά της. «Μαρία μου, σε παρακαλώ…» ξεκίνησε να λέει μόλις μπήκα μέσα. Δεν άντεξα άλλο. «Κυρία Σοφία, δεν έχουμε άλλα χρήματα! Δεν βλέπετε ότι το παιδί μου μεγαλώνει χωρίς τίποτα;» Η φωνή μου έσπασε. Η Ελένη με κοίταξε τρομαγμένη.
Ο Νίκος μπήκε στη μέση: «Μην μιλάς έτσι στη μάνα μου! Αν δεν σου αρέσει, να φύγεις!» Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι έχανα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ήμουν μόνη απέναντι σε όλους.
Τις επόμενες μέρες η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν αποπνικτική. Η Ελένη είχε αρχίσει να τραυλίζει από το άγχος. Η πεθερά μου ερχόταν κάθε μέρα και καθόταν με τις ώρες, λες και περίμενε να της πούμε ότι βρήκαμε λύση. Ο Νίκος είχε γίνει νευρικός και απόμακρος.
Ένα βράδυ ξύπνησα από τις φωνές τους στην κουζίνα:
— «Δεν γίνεται άλλο αυτό! Θα χάσουμε το σπίτι μας!»
— «Να πουλήσουμε το διαμέρισμα στα Πατήσια!»
— «Και πού θα πάει η μάνα μου;»
Σηκώθηκα και μπήκα στην κουζίνα:
— «Νίκο, αν συνεχίσουμε έτσι θα χάσουμε και το δικό μας σπίτι! Δεν βλέπεις ότι η Ελένη υποφέρει;»
— «Εσύ φταις! Αν ήσουν πιο υπομονετική…»
Έφυγα τρέχοντας στο δωμάτιο της Ελένης και την πήρα αγκαλιά. Έκλαιγε σιωπηλά. Τότε κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος προτεραιότητες. Προσπαθούσα να σώσω μια οικογένεια που δεν με αποδεχόταν ποτέ πραγματικά.
Την επόμενη μέρα πήρα άδεια από τη δουλειά και πήγα στη μητέρα μου στη Νέα Σμύρνη. Της τα είπα όλα. Έκλαψα στην αγκαλιά της όπως όταν ήμουν παιδί.
— «Μαρία μου, πρέπει να σκεφτείς πρώτα το παιδί σου», είπε ήρεμα.
Γύρισα σπίτι αποφασισμένη. Βρήκα τον Νίκο και του είπα:
— «Από σήμερα σταματάω να πληρώνω τα χρέη της μάνας σου. Αν θέλεις να συνεχίσεις μόνος σου, κάν’ το. Εγώ θα φροντίσω την Ελένη.»
Ο Νίκος με κοίταξε σαν να μην με αναγνώριζε.
— «Θα μας αφήσεις;»
— «Όχι εσάς… Θα αφήσω αυτό που με σκοτώνει.»
Τις επόμενες εβδομάδες μετακόμισα προσωρινά στη μητέρα μου με την Ελένη. Ο Νίκος προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί μας πολλές φορές, αλλά είχα πάρει την απόφασή μου.
Η πεθερά μου τελικά αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι της για να ξεχρεώσει μέρος των οφειλών της και μετακόμισε σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια. Ο Νίκος έμεινε μαζί της για λίγο και μετά επέστρεψε σε εμάς, ζητώντας συγγνώμη.
Η σχέση μας δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Η Ελένη χρειάστηκε ψυχολογική υποστήριξη για να ξεπεράσει το τραύμα των καβγάδων και της ανασφάλειας.
Σήμερα, χρόνια μετά, ακόμα αναρωτιέμαι: Άξιζε όλη αυτή η θυσία; Μήπως τελικά έχασα τον εαυτό μου προσπαθώντας να σώσω μια οικογένεια που δεν ήταν ποτέ πραγματικά δική μου;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα θυσιάζατε το παιδί σας για τα χρέη μιας πεθεράς;