Ήμουν Πολύ Σκληρή με τον Νίκο για το Χειροποίητο Δώρο του;
«Αυτό είναι;» Η φωνή μου βγήκε πιο κοφτή απ’ όσο ήθελα, αλλά δεν μπορούσα να το συγκρατήσω. Ο Νίκος στεκόταν μπροστά μου, κρατώντας ένα μικρό ξύλινο κουτί, φτιαγμένο προφανώς με τα χέρια του. Τα μάτια του έλαμπαν από προσμονή, αλλά εγώ ένιωθα ένα κύμα απογοήτευσης να με πνίγει.
«Σου άρεσε;» ρώτησε διστακτικά, χαμογελώντας αμήχανα. «Το έφτιαξα μόνος μου. Ήθελα να έχεις κάτι μοναδικό.»
Ένιωσα το βλέμμα της μητέρας μου να καρφώνεται πάνω μου από την κουζίνα. Ήξερα τι σκεφτόταν: «Πάλι καλά που βρήκες έναν άνθρωπο που σε αγαπάει, κι εσύ κάνεις μούτρα για ένα δώρο;»
Αλλά δεν ήταν τόσο απλό. Είχα μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου τα δώρα ήταν πάντα εντυπωσιακά, ακριβά, σχεδόν σαν να έπρεπε να αποδείξουν κάτι. Ο πατέρας μου, ο κύριος Δημήτρης, έφερνε κάθε χρόνο στη γιορτή μου κοσμήματα ή ταξίδια – πάντα κάτι που θα ζήλευαν οι φίλες μου. Ίσως γι’ αυτό, όταν είδα το ξύλινο κουτί του Νίκου, ένιωσα να με πνίγει η ντροπή και η απογοήτευση.
«Είναι… ωραίο,» είπα τελικά, προσπαθώντας να μαζέψω τα κομμάτια της αξιοπρέπειάς μου. «Απλώς περίμενα κάτι… διαφορετικό.»
Ο Νίκος χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν είχα πολλά χρήματα φέτος. Με τη μικρή άρρωστη και τη δουλειά στο ξυλουργείο… Ήθελα να σου δείξω ότι σε σκέφτομαι.»
Η φωνή του έσπασε λίγο στο τέλος. Η καρδιά μου σφίχτηκε, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα θυμό. Γιατί να μην προσπαθήσει λίγο παραπάνω; Γιατί να μην καταλάβει ότι ήθελα κάτι ξεχωριστό; Δεν ήξερε πόσο δύσκολα περνούσα στη δουλειά, πόσο χρειαζόμουν μια στιγμή πολυτέλειας;
«Δεν είναι θέμα χρημάτων,» του είπα απότομα. «Είναι θέμα προσπάθειας.»
«Έβαλα όλη μου την προσπάθεια,» απάντησε εκείνος ήρεμα. «Κάθε βράδυ μετά τη δουλειά, όταν η Μαρία κοιμόταν, δούλευα πάνω σ’ αυτό. Ήθελα να σου φτιάξω κάτι που να κρατήσει.»
Η Μαρία… Η κόρη του Νίκου. Ένα παιδί που είχε μάθει να ζει με λίγα, αλλά πάντα με αγάπη. Πόσες φορές είχα ζηλέψει τη σχέση τους; Πόσες φορές είχα ευχηθεί να είχα κι εγώ έναν πατέρα που θα καθόταν μαζί μου τα βράδια, αντί να λείπει σε επαγγελματικά ταξίδια;
«Δεν καταλαβαίνεις,» ψιθύρισα. «Ίσως δεν ταιριάζουμε τελικά.»
Ο Νίκος δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το κουτί στα χέρια του και μετά εμένα. «Αν αυτό πιστεύεις…» είπε μόνο και βγήκε στο μπαλκόνι.
Έμεινα μόνη στο σαλόνι, με το βλέμμα της μητέρας μου ακόμα καρφωμένο πάνω μου. «Τι έκανες πάλι;» είπε σιγανά.
«Μαμά, δεν καταλαβαίνεις…»
«Καταλαβαίνω περισσότερα απ’ όσα νομίζεις,» απάντησε εκείνη αυστηρά. «Ο πατέρας σου μπορεί να σου έφερνε δώρα, αλλά ποτέ δεν σου έδωσε αγάπη. Ο Νίκος σου δίνει ό,τι έχει.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν ήθελα να κλάψω μπροστά της – ποτέ δεν ήθελα να δείχνω αδύναμη.
Το βράδυ, όταν ο Νίκος είχε φύγει και η μητέρα μου είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της, κάθισα μόνη στο τραπέζι και κοίταξα το ξύλινο κουτί. Το άνοιξα διστακτικά. Μέσα υπήρχε ένα μικρό σημείωμα: «Για την Ελένη που με κάνει να νιώθω ξανά παιδί.»
Τα δάκρυα ήρθαν αβίαστα αυτή τη φορά. Θυμήθηκα τις στιγμές που γελούσαμε μαζί, τις βόλτες στην παραλία της Βούλας με τη Μαρία στους ώμους του, τα βράδια που μαγειρεύαμε όλοι μαζί στην κουζίνα του μικρού του διαμερίσματος.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν φάντασμα. Η φίλη μου η Σοφία με κοίταξε ανήσυχη.
«Τι έγινε;»
«Τα χάλασα με τον Νίκο,» ψιθύρισα.
«Γιατί;»
«Για ένα δώρο…»
Η Σοφία γέλασε πικρά. «Ελένη, εσύ δεν ήσουν που έλεγες ότι θέλεις κάποιον που να σε αγαπάει αληθινά; Τώρα που τον βρήκες, τον διώχνεις για ένα κουτί;»
Δεν απάντησα. Ήξερα ότι είχε δίκιο, αλλά ο εγωισμός μου δεν με άφηνε να το παραδεχτώ.
Το βράδυ γύρισα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να κάθεται στο σαλόνι με τον πατέρα μου – σπάνια σκηνή τα τελευταία χρόνια.
«Τι έγινε με τον Νίκο;» ρώτησε ο πατέρας μου χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από την εφημερίδα.
«Τον πλήγωσα,» παραδέχτηκα.
«Είσαι ίδια εγώ,» είπε εκείνος ψυχρά. «Πάντα περίμενες τα πολλά και έχανες τα σημαντικά.»
Η μητέρα μου τον κοίταξε αυστηρά. «Μην της μιλάς έτσι.»
«Ας μάθει από τα λάθη μας,» απάντησε εκείνος και σηκώθηκε να φύγει.
Έμεινα να κοιτάζω το πάτωμα. Ήμουν πραγματικά ίδια με τον πατέρα μου; Μήπως κυνηγούσα πάντα κάτι που δεν υπήρχε;
Τις επόμενες μέρες ο Νίκος δεν απαντούσε στα μηνύματά μου. Η Μαρία μού έστειλε μια ζωγραφιά: μια γυναίκα με μεγάλα μάτια και ένα χαμόγελο – εμένα – δίπλα σε έναν άντρα και ένα παιδί κάτω από έναν ήλιο.
Έκλαψα ξανά.
Τελικά, πήγα στο ξυλουργείο του Νίκου ένα απόγευμα που ήξερα ότι θα ήταν μόνος.
«Συγγνώμη,» είπα μόλις με είδε.
Δεν μίλησε αμέσως. Συνέχισε να τρίβει ένα κομμάτι ξύλο.
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω,» συνέχισα. «Απλώς… φοβήθηκα.»
«Τι φοβήθηκες;» ρώτησε ήρεμα.
«Ότι δεν αξίζω την αγάπη σου. Ότι θα φύγεις όπως όλοι.»
Ο Νίκος άφησε το ξύλο και με κοίταξε στα μάτια.
«Ελένη, αν δεν μάθεις να αγαπάς πρώτα εσένα, κανένα δώρο δεν θα είναι αρκετό.»
Ένιωσα το βάρος των λέξεών του σαν πέτρα στο στήθος μου.
«Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά,» ψιθύρισα.
Χαμογέλασε αχνά. «Θέλω κι εγώ. Αλλά πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε πίσω από τα πράγματα.»
Γυρίζοντας σπίτι εκείνο το βράδυ, κράτησα το ξύλινο κουτί σφιχτά στα χέρια μου. Ίσως τελικά αυτό που χρειαζόμουν δεν ήταν ένα ακριβό δώρο, αλλά η αίσθηση ότι κάποιος νοιάζεται πραγματικά για μένα.
Σκέφτομαι ακόμα: Πόσες φορές αφήνουμε τις ανασφάλειές μας να καταστρέψουν ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε; Μήπως τελικά η αγάπη φαίνεται στα μικρά πράγματα κι όχι στα μεγάλα λόγια ή τα ακριβά δώρα;