«Γιατί δεν με πήρε κανείς;» — Η αλήθεια για μια πεθερά που έμεινε μόνη στα γενέθλιά της

«Μαμά, σου είπα… θα περάσουμε αύριο. Μην κάνεις έτσι». Η φωνή του Γιάννη έβγαινε κοφτή από το κινητό, κι εγώ τον έβλεπα να περπατάει πάνω-κάτω στην αυλή, ανάμεσα στα τραπέζια που είχα στρώσει από το πρωί. «Τι εννοείς “μην κάνω έτσι”; Σήμερα έχω γενέθλια, Γιάννη. Σήμερα». Άκουσα τη φωνή της κυρίας Ελένης σαν να ήταν δίπλα μου, κι ας ήταν χιλιόμετρα μακριά, στο διαμέρισμά της στην Καλλιθέα.

Έσφιξα την ποδιά μου. Το χωριό μύριζε ψητό, ρίγανη και ζεστό ψωμί. Είχα φτιάξει ντολμαδάκια, παστίτσιο, πίτες, μέχρι και γαλακτομπούρεκο — «να μη λείψει τίποτα», έλεγα. Ήταν τα γενέθλιά μου, τα τριανταπέντε, κι είχα ανάγκη να νιώσω ότι ανήκω κάπου. Μετά από έναν χειμώνα με λογαριασμούς, με το παιδί να αρρωσταίνει κάθε τρεις και λίγο, με τη δουλειά μου στο σούπερ μάρκετ να με ξεζουμίζει, ήθελα μια μέρα να γελάσω χωρίς να μετράω τα ευρώ.

«Τι είπε;» ρώτησα όταν έκλεισε.

Ο Γιάννης απέφυγε το βλέμμα μου. «Τίποτα… τα γνωστά. Η μάνα μου γκρινιάζει».

«Σήμερα είναι τα δικά μου γενέθλια, Γιάννη. Εγώ κάλεσα όλους. Της είπαμε να έρθει;»

«Της είπα…» μουρμούρισε. «Αλλά… ξέρεις… δεν της αρέσει το χωριό. Και με το ΚΤΕΛ…»

Δεν πρόλαβα να απαντήσω. Άρχισαν να καταφτάνουν οι δικοί μου: η αδερφή μου η Μαρία με τα παιδιά, ο πατέρας μου ο Στέλιος με το κρασί του, οι θείοι, οι γείτονες. Γέμισε η αυλή φωνές, πειράγματα, «να ζήσεις, Κατερίνα!». Για λίγες ώρες, το σπίτι μου έγινε αυτό που ονειρευόμουν: μια αγκαλιά.

Κι όμως, κάπου ανάμεσα στα τραγούδια και στα πιάτα που άδειαζαν, ένιωθα ένα κενό. Ο Γιάννης κοιτούσε συνέχεια το κινητό. Μια φορά τον είδα να βγαίνει στον δρόμο, να μιλάει χαμηλόφωνα. Όταν γύρισε, είχε εκείνο το σφιγμένο πρόσωπο που φορούσε κάθε φορά που μιλούσε με τη μάνα του.

Το βράδυ, όταν έφυγαν όλοι και μάζευα τα ποτήρια, τον ρώτησα ξανά.

«Τι έγινε τελικά με την κυρία Ελένη;»

«Άσε με, Κατερίνα. Μην το ανοίγεις τώρα».

«Όχι. Τώρα. Γιατί όλη μέρα είσαι αλλού».

Κάθισε βαριά στην καρέκλα. «Μου είπε… “Γιατί δεν με πήρε κανείς να μου πει χρόνια πολλά; Γιατί δεν με κάλεσε κανείς;”»

Πάγωσα. «Μα… είναι τα δικά μου γενέθλια. Εγώ να την πάρω;»

«Δεν είναι αυτό…» είπε και χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Έμεινε μόνη. Περίμενε. Νόμιζε ότι θα πάμε σε εκείνη. Ότι θα της κάνουμε έκπληξη. Και… της είπα ότι είμαστε στο χωριό, στο δικό σου τραπέζι. Και μου το έκλεισε».

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Στο δικό μου τραπέζι; Δηλαδή εγώ φταίω που γιόρτασα;»

«Δεν είπα αυτό!» φώναξε. «Αλλά κι εσύ… ποτέ δεν την παίρνεις. Ποτέ δεν κάνεις ένα βήμα».

Γέλασα πικρά. «Εγώ; Που κάθε φορά που πάω να της μιλήσω, μου πετάει “εσύ μου πήρες τον γιο” και “εσύ τον έφερες στο χωριό να χαθεί”; Που όταν γεννήθηκε ο μικρός, μου έλεγε ότι δεν τον ντύνω σωστά και ότι “στην Αθήνα τα παιδιά μεγαλώνουν αλλιώς”;»

Σηκώθηκε όρθιος. «Είναι μάνα μου, Κατερίνα. Είναι μόνη. Ο πατέρας μου πέθανε, το ξέχασες;»

Κι εκεί ήταν το μαχαίρι. Γιατί δεν το είχα ξεχάσει. Απλώς είχα κουραστεί να είμαι πάντα εγώ η “ξένη” που πρέπει να αποδεικνύει ότι αξίζει.

Την επόμενη μέρα, πήρα εγώ τηλέφωνο. Τα χέρια μου έτρεμαν.

«Κυρία Ελένη… χρόνια σας πολλά για χθες» είπα, κι ας ήξερα ότι ήταν ψέμα — δεν ήταν τα γενέθλιά της, ήταν η πληγή της.

Σιωπή. Μετά, μια ανάσα βαριά. «Α, θυμήθηκες. Εγώ περίμενα. Έστρωσα τραπεζάκι. Έβαλα και κεράκια… μόνη μου. Να τα σβήσω σε ποιον;»

«Δεν το ήξερα…» ψέλλισα. «Ο Γιάννης μου είπε ότι δεν θέλετε να ταξιδεύετε…»

«Ο Γιάννης λέει πολλά για να μη στεναχωρεί κανέναν. Και στο τέλος στεναχωριέμαι εγώ» είπε κοφτά. «Εσύ, Κατερίνα, έχεις τη μάνα σου, τον πατέρα σου, το χωριό σου. Εγώ τι έχω; Ένα σπίτι που κάνει ησυχία και με τρελαίνει».

Έκλεισα τα μάτια. Για πρώτη φορά δεν άκουγα την “πεθερά”. Άκουγα μια γυναίκα που γερνάει μόνη, σε μια Αθήνα που τρέχει και δεν κοιτάει πίσω.

«Θέλω να έρθετε την Κυριακή» της είπα. «Να έρθετε σε μας. Να σας πάρουμε εμείς. Να φάμε όλοι μαζί. Όχι για να αποδείξουμε κάτι… αλλά για να μη μείνει κανείς μόνος».

Γέλασε χωρίς χαρά. «Και θα με θέλεις στ’ αλήθεια; Ή θα με ανέχεσαι;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Γιατί η αλήθεια ήταν μπερδεμένη: την φοβόμουν, με πλήγωνε, αλλά δεν ήθελα να την αφήσω να σβήνει μόνη της.

Όταν το είπα στον Γιάννη, δεν μίλησε. Μόνο κάθισε δίπλα μου και έπιασε το χέρι μου, σαν να παραδεχόταν επιτέλους ότι κι εκείνος είχε αφήσει τα πράγματα να σαπίσουν ανάμεσα σε δύο γυναίκες που αγαπούσε διαφορετικά.

Από τότε, κάθε φορά που πλησιάζει γιορτή, νιώθω εκείνο το σφίξιμο: πόσο εύκολα μια οικογένεια στην Ελλάδα γίνεται στρατόπεδα, με “δικούς μου” και “δικούς σου”, με παράπονα που περνάνε από γενιά σε γενιά σαν προίκα. Κι αναρωτιέμαι αν το λάθος μου ήταν ότι ήθελα μια μέρα να είναι μόνο δική μου, χωρίς να δω ποιος άλλος περίμενε ένα τηλέφωνο.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πόσες φορές αφήνουμε κάποιον να μείνει μόνος, απλώς επειδή νομίζουμε ότι «θα καταλάβει»;